
Το AFINITOR είναι φαρμακευτικό σκεύασμα με δραστική ουσία την εβερόλιμους (everolimus), έναν εκλεκτικό αναστολέα της σηματοδοτικής οδού mTOR. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένα νεοπλασματικά νοσήματα. Η ίδια δραστική ουσία χρησιμοποιείται επίσης, με διαφορετική εμπορική ονομασία και διαφορετικές εγκεκριμένες ενδείξεις, σε ορισμένες εκδηλώσεις του συμπλέγματος οζώδους σκλήρυνσης. Η εβερόλιμους δεν αποτελεί κλασική κυτταροτοξική χημειοθεραπεία. Παρεμβαίνει, αντιθέτως, σε ένα κεντρικό σύστημα ελέγχου του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, του μεταβολισμού και της πρωτεϊνοσύνθεσης.
Τι είναι το AFINITOR
Δραστική ουσία του AFINITOR είναι η εβερόλιμους, με αναγνωριστικό UNII 9HW64Q8G6G – EVEROLIMUS, ένα μακρολιδικό παράγωγο της ραπαμυκίνης. Φαρμακολογικά ταξινομείται στους αναστολείς mTOR. Η mTOR, δηλαδή η κινάση-στόχος της ραπαμυκίνης, είναι βασική κινάση σερίνης-θρεονίνης, η οποία συμμετέχει στη ρύθμιση κρίσιμων κυτταρικών λειτουργιών.
Η απορρύθμιση της σηματοδοτικής οδού mTOR έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη και την εξέλιξη πολλών μορφών καρκίνου. Η εβερόλιμους συνδέεται αρχικά με την ενδοκυττάρια πρωτεΐνη FKBP12 και το σύμπλοκο που σχηματίζεται αναστέλλει το mTORC1. Περιορίζονται έτσι σήματα που ευνοούν την ανάπτυξη, την πρωτεϊνοσύνθεση, την αγγειογένεση και τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό.
Ανάλυση δραστικής ουσίας και μηχανισμός δράσης
Η αναστολή της οδού mTOR έχει ευρύτερες συνέπειες από μία απλή επιβράδυνση της κυτταρικής διαίρεσης. Το mTORC1 λειτουργεί ως μοριακό σημείο συνάντησης σημάτων που αφορούν θρεπτικά συστατικά, αυξητικούς παράγοντες και ενεργειακή επάρκεια. Όταν η εβερόλιμους περιορίζει τη λειτουργία του, μειώνεται η δραστηριότητα πρωτεϊνών όπως η S6K1 και η 4E-BP1, οι οποίες συμμετέχουν στη ρύθμιση της πρωτεϊνοσύνθεσης, του κυτταρικού κύκλου και της ανάπτυξης.
Χημικά, η εβερόλιμους είναι το 40-O-(2-υδροξυαιθυλικό) παράγωγο της ραπαμυκίνης. Η φαρμακοκινητική της χαρακτηρίζεται από σχετικά ταχεία απορρόφηση μετά την από του στόματος χορήγηση και ουσιαστική συμμετοχή του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης στη μεταβολική και μεταφορική της συμπεριφορά (Kirchner, Meier-Wiedenbach και Manns). Αυτό έχει πρακτική σημασία, επειδή η έκθεση στο φάρμακο μπορεί να μεταβληθεί σημαντικά όταν συγχορηγούνται ουσίες που αναστέλλουν ή επάγουν αυτά τα συστήματα.
Αποτελεσματικότητα
Η κλινική αποτελεσματικότητα της εβερόλιμους δεν είναι ίδια σε όλες τις παθήσεις και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως γενική αντικαρκινική δράση. Η θεραπευτική της χρησιμότητα εξαρτάται από τον τύπο του όγκου, τα βιολογικά χαρακτηριστικά του, τις προηγούμενες θεραπείες και, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυαστικό σχήμα, από τον συνοδό θεραπευτικό παράγοντα. Η αναστολή της mTOR μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου χωρίς να συνεπάγεται κατ’ ανάγκην πλήρη εξαφάνιση του όγκου.
Διαφορετικό θεραπευτικό πεδίο αποτελεί το σύμπλεγμα οζώδους σκλήρυνσης, για το οποίο η εβερόλιμους χρησιμοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την εμπορική ονομασία Votubia και όχι ως AFINITOR. Σε δεδομένα πραγματικής κλινικής πρακτικής, η οζώδης σκλήρυνση συνδέθηκε, κατά τη θεραπεία με εβερόλιμους, με μείωση ή σταθεροποίηση νεφρικών αγγειομυολιπωμάτων και με μείωση του όγκου υποεπενδυματικών γιγαντοκυτταρικών αστροκυττωμάτων σε αξιολογήσιμους ασθενείς (Cockerell και συνεργάτες). Στην ίδια σειρά, 31% των ασθενών με επιληψία παρουσίασαν μείωση της συχνότητας των κρίσεων κατά τουλάχιστον 50%. Το εύρημα πρέπει να ερμηνεύεται μέσα στα όρια μιας μελέτης πραγματικής κλινικής πρακτικής και δεν αποτελεί δεδομένο για εγκεκριμένη χρήση του AFINITOR στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ενδείξεις και προφυλάξεις
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το AFINITOR χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες ογκολογικές ενδείξεις. Ενδείκνυται, σε συνδυασμό με εξεμεστάνη, για ορμονοευαίσθητο, HER2/neu-αρνητικό προχωρημένο καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες χωρίς συμπτωματική σπλαχνική νόσο, μετά από υποτροπή ή εξέλιξη κατόπιν θεραπείας με μη στεροειδή αναστολέα αρωματάσης.
Χρησιμοποιείται επίσης σε ενήλικες με ανεγχείρητους ή μεταστατικούς, καλά ή μέτρια διαφοροποιημένους νευροενδοκρινείς όγκους παγκρεατικής προέλευσης με εξελισσόμενη νόσο, καθώς και σε ανεγχείρητους ή μεταστατικούς, καλά διαφοροποιημένους, μη λειτουργικούς νευροενδοκρινείς όγκους γαστρεντερικής ή πνευμονικής προέλευσης με εξέλιξη της νόσου. Μία ακόμη εγκεκριμένη ένδειξη είναι το προχωρημένο νεφροκυτταρικό καρκίνωμα μετά από εξέλιξη κατά τη διάρκεια ή ύστερα από θεραπεία που στοχεύει τον VEGF.
Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας απαιτείται παρακολούθηση της γενικής εξέτασης αίματος, της νεφρικής λειτουργίας, της γλυκόζης νηστείας και των λιπιδίων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ενεργές λοιμώξεις, σε αναπνευστικά συμπτώματα που ενδέχεται να υποδηλώνουν μη λοιμώδη πνευμονίτιδα, σε διαταραχές επούλωσης τραύματος, σε ηπατική δυσλειτουργία και κατά την περιεγχειρητική περίοδο. Η χρήση ζώντων εμβολίων κατά τη θεραπεία πρέπει να αποφεύγεται.
Ηλικιωμένοι, παιδιά και εγκυμοσύνη
Στους ηλικιωμένους δεν απαιτείται γενικά ειδική προσαρμογή της αρχικής δόσης μόνο λόγω ηλικίας. Ωστόσο, η συνολική κλινική κατάσταση, τα συνοδά νοσήματα και η συγχορήγηση άλλων φαρμάκων πρέπει πάντοτε να συνεκτιμώνται.
Για το AFINITOR, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί στις εγκεκριμένες ευρωπαϊκές ογκολογικές ενδείξεις. Η παιδιατρική χρήση εβερόλιμους που σχετίζεται με το σύμπλεγμα οζώδους σκλήρυνσης αφορά διαφορετικό εγκεκριμένο σκεύασμα και διαφορετικό δοσολογικό πλαίσιο.
Η εβερόλιμους δεν συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη. Οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για έως 8 εβδομάδες μετά τη διακοπή της. Ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη θεραπεία και για 2 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση. Η θεραπεία μπορεί επίσης να επηρεάσει τη γονιμότητα.
Παρενέργειες του AFINITOR
Στις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του AFINITOR περιλαμβάνονται η στοματίτιδα, το εξάνθημα, η κόπωση, η διάρροια, οι λοιμώξεις, η ναυτία, η μειωμένη όρεξη, η αναιμία, η διαταραχή της γεύσης, η πνευμονίτιδα, το περιφερικό οίδημα, η υπεργλυκαιμία, η υπερχοληστερολαιμία, ο βήχας και η κεφαλαλγία. Είναι επίσης δυνατόν να εμφανιστούν θρομβοπενία, ουδετεροπενία, λευκοπενία, λεμφοπενία και υπερτριγλυκεριδαιμία.
Ιδιαίτερη κλινική σημασία έχει η μη λοιμώδης πνευμονίτιδα, η οποία αποτελεί γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια της κατηγορίας των παραγώγων της ραπαμυκίνης. Μπορεί να εκδηλωθεί με βήχα, δύσπνοια, υποξία ή άλλα μη ειδικά αναπνευστικά συμπτώματα και σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι σοβαρή. Οι λοιμώξεις μπορεί επίσης να είναι σοβαρές ή ευκαιριακές λόγω της ανοσοκατασταλτικής δράσης της εβερόλιμους.
Η στοματίτιδα αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες παρενέργειες και εμφανίζεται συχνότερα κατά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Νέα στοματικά έλκη, πυρετός, επίμονος βήχας, δύσπνοια ή άλλα συμπτώματα λοίμωξης χρειάζονται έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση.
Δοσολογία και χορήγηση
Για τις εγκεκριμένες ογκολογικές ενδείξεις του AFINITOR στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg μία φορά ημερησίως. Η θεραπεία συνεχίζεται όσο υπάρχει κλινικό όφελος ή μέχρι να παρουσιαστεί μη αποδεκτή τοξικότητα. Σε περίπτωση σοβαρών ή μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να απαιτηθούν προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης. Ειδικές προσαρμογές προβλέπονται επίσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και σε ορισμένες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις.
Το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα και με συνέπεια ως προς τη σχέση του με την τροφή, δηλαδή πάντοτε με ή πάντοτε χωρίς φαγητό. Τα δισκία καταπίνονται ολόκληρα με νερό και δεν πρέπει να μασώνται ή να συνθλίβονται. Οποιαδήποτε μεταβολή της δόσης γίνεται αποκλειστικά με ιατρική καθοδήγηση.
Τι γίνεται αν παραλειφθεί μία δόση
Εάν παραλειφθεί μία δόση AFINITOR, δεν πρέπει να λαμβάνεται πρόσθετη ή διπλή δόση για αναπλήρωση. Ο ασθενής λαμβάνει την επόμενη προγραμματισμένη δόση κανονικά, σύμφωνα με το συνήθες δοσολογικό πρόγραμμα και τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.
Υπερδοσολογία
Η εμπειρία από υπερδοσολογία εβερόλιμους στον άνθρωπο είναι περιορισμένη. Σε περίπτωση λήψης μεγαλύτερης ποσότητας από τη συνταγογραφημένη απαιτείται ιατρική αξιολόγηση και εφαρμογή κατάλληλων υποστηρικτικών μέτρων ανάλογα με την κλινική κατάσταση. Δεν πρέπει να επιχειρείται αυθαίρετη αντιμετώπιση στο σπίτι.
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμάκου-φαρμάκου
Η εβερόλιμους αποτελεί υπόστρωμα του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης. Ισχυροί αναστολείς αυτών των μηχανισμών μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της στο αίμα, ενώ ισχυροί επαγωγείς μπορούν να μειώσουν την έκθεση και, κατά συνέπεια, τη θεραπευτική της δράση.
Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις είναι δυνατόν να παρουσιαστούν με ορισμένα αντιμυκητιασικά αζόλης, μακρολίδες, αντιιικά, αντιεπιληπτικά, ριφαμπικίνη και άλλους αναστολείς ή επαγωγείς του CYP3A4 και της P-γλυκοπρωτεΐνης. Η φαρμακοκινητική αυτή εξάρτηση έχει καταγραφεί ήδη στις κλινικές ανασκοπήσεις της ουσίας. Αλληλεπίδραση έχει επίσης παρατηρηθεί με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, με πιθανή αύξηση του κινδύνου αγγειοοιδήματος.
Φαρμάκου-τροφής
Το γκρέιπφρουτ και ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγονται κατά τη θεραπεία, επειδή μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις εβερόλιμους στο αίμα. Αντίστοιχα, φυτικά προϊόντα όπως το βαλσαμόχορτο μπορούν να μειώσουν την έκθεση στην ουσία μέσω ενζυμικής επαγωγής και πρέπει να αποφεύγονται.
Ακόμη και προϊόντα που χαρακτηρίζονται «φυσικά», καθώς και βιταμίνες ή συμπληρώματα διατροφής, πρέπει να δηλώνονται στον γιατρό ή στον φαρμακοποιό πριν χρησιμοποιηθούν παράλληλα με το AFINITOR.
Φύλαξη φαρμάκου
Το AFINITOR πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους 25°C, μέσα στην αρχική του συσκευασία, ώστε να προστατεύεται από το φως και την υγρασία. Φυλάσσεται μακριά από παιδιά και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μετά την ημερομηνία λήξης. Τυχόν αχρησιμοποίητο φάρμακο απορρίπτεται σύμφωνα με τις τοπικές οδηγίες για τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες
Ανάπτυξη ανθεκτικότητας
Στην ογκολογία, η «ανθεκτικότητα» δεν αφορά μικροοργανισμούς αλλά την ικανότητα των νεοπλασματικών κυττάρων να παρακάμπτουν ή να αντισταθμίζουν τη φαρμακολογική αναστολή μιας σηματοδοτικής οδού. Εναλλακτικές οδοί σηματοδότησης, μεταβολές στον άξονα PI3K-AKT-mTOR και μηχανισμοί ανατροφοδότησης μπορούν να περιορίσουν την παρατεταμένη αντικαρκινική δράση.
Για τον λόγο αυτό η εβερόλιμους εντάσσεται σε συγκεκριμένες θεραπευτικές αλληλουχίες ή συνδυασμούς και η θέση της μεταβάλλεται ανάλογα με τον τύπο του όγκου, τις προηγούμενες θεραπείες και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.
Προκλινικές και κλινικές μελέτες
Η βιολογική λογική της θεραπείας στηρίζεται στον κεντρικό ρόλο του mTORC1 στον κυτταρικό μεταβολισμό, την ανάπτυξη, την αγγειογένεση και τον πολλαπλασιασμό. Στην κλινική έρευνα η εβερόλιμους έχει αξιολογηθεί σε διαφορετικούς συμπαγείς όγκους, αλλά και σε παθολογικές εκδηλώσεις στις οποίες η υπερδραστηριότητα της οδού mTOR έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στο σύμπλεγμα οζώδους σκλήρυνσης, η εμπειρία πραγματικής κλινικής πρακτικής αφορά τη δραστική ουσία εβερόλιμους και όχι τις εγκεκριμένες ευρωπαϊκές ενδείξεις του AFINITOR. Στη σχετική σειρά 64 ασθενών, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνές και η ανάγκη προσαρμογής της θεραπείας δεν ήταν ασυνήθης. Τα δεδομένα αυτά είναι χρήσιμα για την κατανόηση του προφίλ της δραστικής ουσίας, αλλά πρέπει να ερμηνεύονται στο σωστό θεραπευτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.
Μετεγκριτικές μελέτες, φαρμακοεπαγρύπνηση και φαρμακοκινητική
Η μετεγκριτική επιτήρηση συμπληρώνει τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών, επειδή περιλαμβάνει μεγαλύτερους και περισσότερο ετερογενείς πληθυσμούς. Μία φαρμακοεπαγρύπνηση βασισμένη στη βάση FAERS ανέλυσε 24.575 αναφορές ανεπιθύμητων συμβάντων που σχετίζονταν με εβερόλιμους και εντόπισε, μεταξύ άλλων, σημαντικά σήματα για στοματίτιδα, πνευμονίτιδα και διαταραχή της έκκρισης ινσουλίνης (Zhao και συνεργάτες). Τα σήματα δυσανάλογης αναφοράς δεν αποδεικνύουν από μόνα τους αιτιώδη σχέση ούτε προσδιορίζουν τη συχνότητα μιας ανεπιθύμητης ενέργειας στον γενικό πληθυσμό. Χρησιμεύουν κυρίως στον εντοπισμό ζητημάτων που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση και παρακολούθηση.
Παράλληλα, οι φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ ασθενών εξηγούν γιατί ορισμένες εφαρμογές της εβερόλιμους απαιτούν στενή παρακολούθηση. Η ουσία απορροφάται σχετικά γρήγορα μετά την από του στόματος λήψη, μεταβολίζεται κυρίως μέσω CYP3A4 και η έκθεσή της επηρεάζεται από την P-γλυκοπρωτεΐνη, την ηπατική λειτουργία, την τροφή και τις συγχορηγούμενες ουσίες.
Συγκριτική αποτελεσματικότητα και συστηματικές ανασκοπήσεις
Η θέση της εβερόλιμους στη σύγχρονη ογκολογική θεραπεία δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από τον μηχανισμό δράσης της. Στην κλινική πράξη συγκρίνεται με άλλες διαθέσιμες συστηματικές θεραπείες ως προς τον έλεγχο της νόσου, την ανεκτικότητα, τις προηγούμενες γραμμές θεραπείας και τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου.
Καθώς αναπτύσσονται νέες ενδοκρινικές, στοχευμένες και άλλες συστηματικές θεραπείες, η σχετική θέση της εβερόλιμους μπορεί να μεταβάλλεται. Η επιλογή της επομένως πρέπει να βασίζεται στο συγκεκριμένο θεραπευτικό πλαίσιο και στις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές
Σύγχρονο ερευνητικό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η εξατομίκευση της θεραπευτικής έκθεσης, οι βιοδείκτες που ενδέχεται να προβλέπουν την ανταπόκριση, οι μηχανισμοί επίκτητης ανθεκτικότητας και η αξιολόγηση αποτελεσματικότερων συνδυασμών με ενδοκρινικές, στοχευμένες ή άλλες θεραπείες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η καλύτερη πρόβλεψη της τοξικότητας. Αποτελεσματικότητα θεραπευτική χωρίς επαρκή ανεκτικότητα μπορεί να χάσει σημαντικό μέρος της πρακτικής της αξίας, ιδίως όταν απαιτούνται επανειλημμένες διακοπές ή ουσιώδεις μειώσεις της δόσης.
Ιστορία της εβερόλιμους
Η εβερόλιμους αναπτύχθηκε ως παράγωγο της ραπαμυκίνης και ήταν γνωστή στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της ως RAD001. Στόχος ήταν η φαρμακολογική αξιοποίηση της αναστολής της σηματοδοτικής οδού mTOR.
Σημαντικός σταθμός στην ογκολογική της πορεία ήταν η 30ή Μαρτίου 2009, όταν το AFINITOR εγκρίθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη θεραπεία προχωρημένου νεφροκυτταρικού καρκινώματος μετά από αποτυχία προηγούμενης στοχευμένης θεραπείας. Η ιστορική αυτή εξέλιξη καταγράφεται στην παρουσίαση των Atkins, Yasothan και Kirkpatrick για την είσοδο της ουσίας στην αντικαρκινική θεραπευτική (Atkins, Yasothan και Kirkpatrick).
Συνοπτικά για την εβερόλιμους
Η εβερόλιμους, δραστική ουσία του AFINITOR, είναι αναστολέας της οδού mTOR με αντιπολλαπλασιαστικές, αντιαγγειογενετικές και ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το AFINITOR χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες μορφές προχωρημένου καρκίνου του μαστού, νευροενδοκρινών όγκων και νεφροκυτταρικού καρκινώματος.
Η ίδια δραστική ουσία έχει και άλλες εγκεκριμένες θεραπευτικές χρήσεις με διαφορετικές εμπορικές ονομασίες και δοσολογικά σχήματα. Η θεραπεία με AFINITOR απαιτεί παρακολούθηση αιματολογικών, μεταβολικών και νεφρικών παραμέτρων, καθώς και επαγρύπνηση για λοιμώξεις, στοματίτιδα και μη λοιμώδη πνευμονίτιδα. Δόση, διάρκεια και τυχόν προσαρμογές καθορίζονται αποκλειστικά από το θεραπευτικό πλαίσιο και τον θεράποντα ιατρό.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Κανένα φάρμακο δεν πρέπει να λαμβάνεται, να τροποποιείται ή να διακόπτεται χωρίς ιατρική συμβουλή. Ο ασθενής πρέπει να συμβουλεύεται το επίσημο φύλλο οδηγιών του συγκεκριμένου σκευάσματος. Οι πληροφορίες του παρόντος άρθρου έχουν εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν τις εξατομικευμένες οδηγίες γιατρού ή φαρμακοποιού.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι είναι η δραστική ουσία εβερόλιμους;
Η εβερόλιμους είναι στοχευμένος αναστολέας της σηματοδοτικής οδού mTOR, η οποία συμμετέχει στη ρύθμιση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, του μεταβολισμού, της πρωτεϊνοσύνθεσης και της αγγειογένεσης. Αποτελεί τη δραστική ουσία του AFINITOR και χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες ογκολογικές ενδείξεις. Η καταλληλότητά της για κάθε ασθενή αξιολογείται από τον αρμόδιο ειδικό.
Ποιες παρενέργειες μπορεί να προκαλέσει το AFINITOR;
Συχνές παρενέργειες του AFINITOR είναι η στοματίτιδα, το εξάνθημα, η κόπωση, η διάρροια, οι λοιμώξεις, η ναυτία, η μειωμένη όρεξη, η αναιμία, η υπεργλυκαιμία και η υπερχοληστερολαιμία. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν σοβαρές λοιμώξεις και μη λοιμώδης πνευμονίτιδα. Νέα ή επίμονα συμπτώματα χρειάζονται έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση και όχι αυθαίρετη αλλαγή της θεραπείας.
Ποιες είναι οι βασικές ενδείξεις του AFINITOR;
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το AFINITOR χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ορμονοευαίσθητου HER2-αρνητικού προχωρημένου καρκίνου του μαστού, σε επιλεγμένους νευροενδοκρινείς όγκους παγκρέατος, γαστρεντερικού ή πνεύμονα και σε προχωρημένο νεφροκυτταρικό καρκίνωμα μετά από θεραπεία που στοχεύει τον VEGF. Οι ακριβείς προϋποθέσεις διαφέρουν ανά ένδειξη και πρέπει να αξιολογούνται από εξειδικευμένο γιατρό.
Χρησιμοποιείται το AFINITOR για την οζώδη σκλήρυνση;
Η εβερόλιμους χρησιμοποιείται θεραπευτικά και σε εκδηλώσεις του συμπλέγματος οζώδους σκλήρυνσης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, οι συγκεκριμένες εγκεκριμένες ενδείξεις αφορούν το φαρμακευτικό σκεύασμα Votubia και όχι το AFINITOR. Οι εμπορικές ονομασίες και οι εγκεκριμένες ενδείξεις μπορεί να διαφέρουν μεταξύ χωρών.
Πώς λαμβάνεται το AFINITOR και ποια είναι η δοσολογία του;
Στις εγκεκριμένες ογκολογικές ενδείξεις του AFINITOR στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συνιστώμενη δόση είναι 10 mg μία φορά ημερησίως. Η δόση μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών, ηπατικής δυσλειτουργίας ή αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Η θεραπεία ακολουθεί πάντοτε την ιατρική συνταγή και το επίσημο φύλλο οδηγιών.
Με ποια φάρμακα ή τρόφιμα αλληλεπιδρά η εβερόλιμους;
Σημαντικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να προκύψουν με φάρμακα που επηρεάζουν το CYP3A4 ή την P-γλυκοπρωτεΐνη, όπως ορισμένα αντιμυκητιασικά, αντιβιοτικά, αντιιικά και αντιεπιληπτικά. Το γκρέιπφρουτ και ο χυμός του πρέπει να αποφεύγονται, όπως και το βαλσαμόχορτο. Πριν από τη λήψη νέου φαρμάκου, φυτικού προϊόντος ή συμπληρώματος χρειάζεται συμβουλή γιατρού ή φαρμακοποιού.
Βιβλιογραφία
- Atkins, Michael B., Uma Yasothan and Peter Kirkpatrick, ‘Everolimus’, Nature Reviews Drug Discovery, 8 (2009), 535–536.
- Cockerell, Ine και συνεργάτες, ‘Effectiveness and safety of everolimus treatment in patients with tuberous sclerosis complex in real-world clinical practice’, Orphanet Journal of Rare Diseases, 18 (2023), 377.
- Kirchner, Gabriele I., Ivo Meier-Wiedenbach and Michael P. Manns, ‘Clinical Pharmacokinetics of Everolimus’, Clinical Pharmacokinetics, 43 (2004), 83–95.
- Zhao, Bin και συνεργάτες, ‘A real-world disproportionality analysis of Everolimus: data mining of the public version of FDA adverse event reporting system’, Frontiers in Pharmacology, 15 (2024), 1333662.
