NALPAIN: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

NALPAIN: Ενέσιμο διάλυμα για την ανακούφιση μέτριου/σοβαρού πόνου.
Το NALPAIN είναι συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό για μέτριο έως σοβαρό πόνο, με παρεντερική χορήγηση.

Τι είναι η Ναλμπουφίνη;

Η Ναλμπουφίνη (Nalbuphine) είναι ένα συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση από μέτριο έως σοβαρό πόνο. Διατίθεται με την εμπορική ονομασία NALPAIN, καθώς και με άλλες εμπορικές ονομασίες σε διάφορες χώρες του κόσμου. Η ναλμπουφίνη ενδείκνυται για τη διαχείριση του πόνου που είναι αρκετά σοβαρός ώστε να απαιτεί οπιοειδές αναλγητικό και για τον οποίο οι εναλλακτικές θεραπείες είναι ανεπαρκείς.

Η ναλμπουφίνη, δραστικό συστατικό του NALPAIN (ZU4275277R – NALBUPHINE HYDROCHLORIDE), ταξινομείται στην ανατομική/θεραπευτική/χημική (ATC) κατηγορία N02AF02. Ανήκει στην κατηγορία N (Νευρικό σύστημα), και ειδικότερα στα N02 (Αναλγητικά), N02A (Οπιοειδή) και N02AF (Παράγωγα μορφινάνης). Η ναλμπουφίνη θεωρείται κυρίως αγωνιστής των υποδοχέων kappa των οπιοειδών. Επίσης, δρα ως μερικός ανταγωνιστής των υποδοχέων μ, εμφανίζει κάποια σύνδεση με τον υποδοχέα δέλτα και ελάχιστη αγωνιστική δράση στον υποδοχέα σίγμα. Η χορήγησή της γίνεται με ειδική συνταγή ναρκωτικών, καθώς ανήκει στον πίνακα Γ’ των ναρκωτικών ουσιών, και φυλάσσεται για τρία χρόνια.

Ενδείξεις για το NALPAIN

Η Ναλμπουφίνη ενδείκνυται για την αντιμετώπιση μέτριου έως σοβαρού πόνου. Χρησιμοποιείται, επίσης, ως συμπληρωματική αγωγή σε ισορροπημένη αναισθησία, για προεγχειρητικό και μετεγχειρητικό πόνο, καθώς και για μαιευτικό πόνο κατά τη διάρκεια του τοκετού. Λόγω της φύσης της ως οπιοειδές, η χρήση της περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου άλλες αναλγητικές θεραπείες δεν είναι αποτελεσματικές ή αντενδείκνυνται.

Προφυλάξεις

Η χρήση της ναλμπουφίνης (NALPAIN) απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών και αλληλεπιδράσεων. Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με αναπνευστική καταστολή, αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Η ταυτόχρονη χρήση με άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), συμπεριλαμβανομένων άλλων οπιοειδών, βενζοδιαζεπινών, αλκοόλ, μπορεί να ενισχύσει την καταστολή του ΚΝΣ και να αυξήσει τον κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου. Η παρατεταμένη χρήση οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της ναλμπουφίνης, μπορεί να οδηγήσει σε σωματική εξάρτηση και σύνδρομο στέρησης κατά τη διακοπή. Όπως σημειώνεται σε έρευνα του IО Besedina, η ναλμπουφίνη χρησιμοποιείται για ανακούφιση από τον πόνο σε διάφορες περιπτώσεις, αλλά υπάρχουν και παραδείγματα κατάχρησης οπιοειδών σε συνδυασμένα σκευάσματα και περιστατικά μη ιατρικής χρήσης ναλμπουφίνης.

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους

  • Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της ναλμπουφίνης, ιδιαίτερα στην αναπνευστική καταστολή. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης και στενή παρακολούθηση.
  • Παιδιά: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ναλμπουφίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 18 ετών δεν έχουν πλήρως τεκμηριωθεί. Η χρήση της θα πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή και υπό αυστηρή ιατρική επίβλεψη.
  • Έγκυες: Η ναλμπουφίνη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή και συμπτώματα στέρησης στο νεογνό. Η χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου το δυνητικό όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Κατά τη διάρκεια του τοκετού, η χρήση πρέπει να γίνεται με προσοχή, παρακολουθώντας στενά το νεογνό για σημεία αναπνευστικής καταστολής.

Παρενέργειες

Η ναλμπουφίνη (NALPAIN), όπως και άλλα οπιοειδή αναλγητικά, μπορεί να προκαλέσει διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν καταστολή, ζάλη, ναυτία, έμετο, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και εφίδρωση. Λιγότερο συχνές, αλλά πιο σοβαρές παρενέργειες, μπορεί να είναι η αναπνευστική καταστολή, η υπόταση, η βραδυκαρδία, η σύγχυση, οι ψευδαισθήσεις και η κατακράτηση ούρων. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις, όπως δερματικό εξάνθημα, κνησμός, οίδημα προσώπου, γλώσσας ή λάρυγγα. Μελέτες, όπως αυτή των K Khanna, N Sharma, R Karwasra, et al., διερευνούν νέες φαρμακοτεχνικές μορφές για τη βελτίωση της χορήγησης και τη μείωση των παρενεργειών. Στη συγκεκριμένη μελέτη, εξετάστηκε η ενδορρινική χορήγηση ναλμπουφίνης μέσω νανοσωματιδίων χιτοζάνης για αποτελεσματική διαχείριση του πόνου.

Δοσολογία και Χορήγηση

Η δοσολογία της ναλμπουφίνης (NALPAIN) εξατομικεύεται ανάλογα με την ένταση του πόνου, την ανταπόκριση του ασθενούς και άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος και η συνυπάρχουσα νοσηρότητα. Συνήθως χορηγείται ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς ή υποδορίως. Η συνήθης δόση για ενήλικες είναι 10-20 mg κάθε 3-6 ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 160 mg.

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση ναλμπουφίνης;

Εάν η ναλμπουφίνη χορηγείται σε τακτική βάση και παραλειφθεί μια δόση, θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό. Ωστόσο, εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, η χαμένη δόση θα πρέπει να παραλειφθεί. Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για να αναπληρωθεί η δόση που παραλείφθηκε.

Υπερδοσολογία

Η υπερδοσολογία του NALPAIN μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν σοβαρή αναπνευστική καταστολή (αργή και ρηχή αναπνοή), ακραία υπνηλία που εξελίσσεται σε λήθαργο ή κώμα, μυδρίαση (συστολή της κόρης του οφθαλμού), βραδυκαρδία, υπόταση, υποθερμία και μυϊκή χαλαρότητα. Σε περίπτωση υποψίας υπερδοσολογίας, απαιτείται άμεση ιατρική παρέμβαση. Η χορήγηση ναλοξόνης, ενός ειδικού ανταγωνιστή των οπιοειδών, μπορεί να αναστρέψει τις επιδράσεις της ναλμπουφίνης.

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

Η ναλμπουφίνη (NALPAIN) μπορεί να αλληλεπιδράσει με διάφορα φάρμακα, ενισχύοντας ή μειώνοντας τη δράση τους, ή αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ταυτόχρονη χρήση με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ, όπως άλλα οπιοειδή, βενζοδιαζεπίνες, βαρβιτουρικά, αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιισταμινικά και αλκοόλ, μπορεί να οδηγήσει σε αθροιστική καταστολή του ΚΝΣ, αυξάνοντας τον κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής, υπότασης, κώματος, ακόμα και θανάτου. Η χρήση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) με ναλμπουφίνη αντενδείκνυται, λόγω του κινδύνου πρόκλησης συνδρόμου σεροτονίνης. Επίσης, φάρμακα που επηρεάζουν το ηπατικό μεταβολισμό της ναλμπουφίνης (π.χ. επαγωγείς ή αναστολείς του κυτοχρώματος P450) μπορούν να μεταβάλλουν τα επίπεδα της ναλμπουφίνης στο αίμα, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα ή την τοξικότητά της.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις της ναλμπουφίνης με τρόφιμα. Ωστόσο, η κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ναλμπουφίνη θα πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά, λόγω του αυξημένου κινδύνου καταστολής του ΚΝΣ.

Φύλαξη Φαρμάκου

Το ενέσιμο διάλυμα ναλμπουφίνης (NALPAIN) πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου, προστατευμένο από το φως και την υγρασία. Να φυλάσσεται μακριά από παιδιά. Μετά το άνοιγμα της αμπούλας, το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο πρέπει να απορρίπτεται, καθώς δεν περιέχει συντηρητικά. Σημειώνεται ότι η ναλμπουφίνη, αν και αποτελεσματικό αναλγητικό, υπόκειται σε ειδικούς κανονισμούς χορήγησης και φύλαξης. Όπως παρατηρείται στην έρευνα των VG Tymko, GV Tsapko, et al., η ενδορρινική χορήγηση μεγάλου όγκου του διαλύματος υδροχλωρικής ναλμπουφίνης για ενέσιμη χρήση, μπορεί να προκαλέσει διαρροή, παρόλα αυτά, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα…. Συνεπώς, εξετάζονται και νέες φαρμακοτεχνικές μορφές για βελτιστοποίηση της χορήγησης.

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η δραστική ουσία του NALPAIN, η υδροχλωρική ναλμπουφίνη, είναι ένα συνθετικό οπιοειδές παράγωγο της φαινανθρενης. Όπως προαναφέρθηκε, αλληλεπιδρά με τους οπιοειδείς υποδοχείς στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, μιμούμενη τη δράση των ενδογενών ενδορφινών. Η ιδιαιτερότητα της ναλμπουφίνης έγκειται στο μικτό αγωνιστικό/ανταγωνιστικό προφίλ της. Αυτό σημαίνει ότι ενώ ενεργοποιεί κυρίως τους κ-υποδοχείς (παρέχοντας αναλγησία), ταυτόχρονα δρα ως ανταγωνιστής στους μ-υποδοχείς. Αυτός ο μηχανισμός δράσης θεωρείται ότι μειώνει τον κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής και εξάρτησης σε σύγκριση με τα καθαρά μ-αγωνιστικά οπιοειδή, όπως η μορφίνη. Σχετικές έρευνες, όπως αυτή των K Khanna, N Sharma, R Karwasra, et al., στοχεύουν στο να εξασφαλίσουν τη διαθεσιμότητα της ναλμπουφίνης στον εγκέφαλο.

Αποτελεσματικότητα

Η ναλμπουφίνη (NALPAIN) έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην ανακούφιση από μέτριο έως σοβαρό πόνο, τόσο οξύ όσο και χρόνιο. Η αναλγητική της δράση ξεκινά γρήγορα μετά την ενδοφλέβια χορήγηση (εντός 2-3 λεπτών) και διαρκεί για 3-6 ώρες. Η αποτελεσματικότητά της είναι συγκρίσιμη με αυτή άλλων οπιοειδών αναλγητικών, όπως η πεθιδίνη και η βουτορφανόλη. Ωστόσο, λόγω του μικτού αγωνιστικού/ανταγωνιστικού της προφίλ, η ναλμπουφίνη μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματική σε πολύ έντονο πόνο όσο τα καθαρά μ-αγωνιστικά οπιοειδή. Επίσης, η ναλμπουφίνη μπορεί να ανταγωνιστεί τη δράση άλλων οπιοειδών, εάν χορηγηθούν ταυτόχρονα.

Πρόσθετες Σημαντικές Πληροφορίες

Η ναλμπουφίνη διατίθεται σε ενέσιμη μορφή και χορηγείται μόνο υπό ιατρική επίβλεψη. Η χρήση της εκτός νοσοκομειακού περιβάλλοντος πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή και μόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Η ναλμπουφίνη, όπως και όλα τα οπιοειδή, μπορεί να προκαλέσει εθισμό.

Ανάπτυξη Ανθεκτικότητας

Με την παρατεταμένη χρήση, μπορεί να αναπτυχθεί ανοχή στη ναλμπουφίνη, που σημαίνει ότι απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις για να επιτευχθεί το ίδιο αναλγητικό αποτέλεσμα. Επίσης, μπορεί να εμφανιστεί σωματική εξάρτηση, με αποτέλεσμα την εμφάνιση συνδρόμου στέρησης κατά την απότομη διακοπή του φαρμάκου. Για το λόγο αυτό, η διακοπή της ναλμπουφίνης πρέπει να γίνεται σταδιακά, υπό ιατρική παρακολούθηση.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες σε ζώα έχουν δείξει την αναλγητική δράση της ναλμπουφίνης, καθώς και τον μηχανισμό δράσης της στους οπιοειδείς υποδοχείς. Έχουν επίσης διερευνηθεί η φαρμακοκινητική και η τοξικότητα της ουσίας. Οι κλινικές μελέτες σε ανθρώπους επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της ναλμπουφίνης στην αντιμετώπιση διαφόρων τύπων πόνου, όπως μετεγχειρητικού, μαιευτικού και πόνου που σχετίζεται με οξέα εμφράγματα του μυοκαρδίου. Δοκιμές έχουν πραγματοποιηθεί για να συγκριθεί η ναλμπουφίνη με άλλα αναλγητικά, αξιολογώντας την αναλγητική ισχύ, τη διάρκεια δράσης και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Έχουν επίσης διεξαχθεί μελέτες για τη χρήση της ναλμπουφίνης σε ειδικούς πληθυσμούς, όπως ηλικιωμένους και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, με σκοπό την προσαρμογή της δοσολογίας και την αξιολόγηση της ασφάλειας.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά Χαρακτηριστικά

Μετά την έγκριση και κυκλοφορία της ναλμπουφίνης, συνεχίζεται η παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς της μέσω μετεγκριτικών μελετών και συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης. Αυτές οι μελέτες συλλέγουν δεδομένα από την καθημερινή κλινική πρακτική, επιτρέποντας τον εντοπισμό σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών ή αλληλεπιδράσεων που ενδέχεται να μην είχαν ανιχνευθεί στις κλινικές δοκιμές. Η φαρμακοεπαγρύπνηση διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη συνεχή αξιολόγηση του προφίλ ασφάλειας της ναλμπουφίνης. Όσον αφορά τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά, η ναλμπουφίνη απορροφάται γρήγορα μετά την ενδοφλέβια, ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση. Μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και αποβάλλεται από τους νεφρούς. Ο χρόνος ημιζωής της κυμαίνεται από 3 έως 6 ώρες. Όπως σημειώνουν οι VG Tymko, GV Tsapko, et al. σε σχετική έρευνα βασικοί στόχοι ήταν: (i) να διερευνηθούν οι φαρμακοκινητικές (PK) παράμετροι του ρινικού σπρέι υδροχλωρικής ναλμπουφίνης που αναπτύχθηκε από τη φαρμακευτική εταιρεία Microkhim, (ii) να συγκριθούν…. Η γνώση των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων είναι σημαντική για την ορθή δοσολογία και τη βελτιστοποίηση της θεραπευτικής αγωγής.

Συγκριτική Αποτελεσματικότητα

Η ναλμπουφίνη (NALPAIN) έχει συγκριθεί με άλλα οπιοειδή αναλγητικά σε διάφορες κλινικές μελέτες. Σε γενικές γραμμές, η αναλγητική της ισχύς θεωρείται παρόμοια με αυτή της πεθιδίνης και της βουτορφανόλης, αλλά λιγότερο ισχυρή από τη μορφίνη. Το πλεονέκτημα της ναλμπουφίνης έγκειται στο μειωμένο, σε σχέση με άλλα οπιοειδή, κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις. Αυτό οφείλεται, όπως προαναφέρθηκε, στο μικτό αγωνιστικό/ανταγωνιστικό προφίλ της στους οπιοειδείς υποδοχείς. Ωστόσο, αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί επίσης να περιορίσει την αποτελεσματικότητά της σε πολύ έντονο πόνο, όπου η πλήρης ενεργοποίηση των μ-υποδοχέων μπορεί να είναι απαραίτητη.

Συστηματικές Ανασκοπήσεις και Μετα-Αναλύσεις

Οι συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις συγκεντρώνουν και αξιολογούν τα αποτελέσματα πολλαπλών κλινικών μελετών για να παρέχουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας ενός φαρμάκου. Αν και δεν εντοπίστηκαν συγκεκριμένες συστηματικές ανασκοπήσεις αποκλειστικά για τη ναλμπουφίνη κατά την παρούσα αναζήτηση, είναι πιθανό να περιλαμβάνεται σε ευρύτερες ανασκοπήσεις οπιοειδών αναλγητικών. Τέτοιες ανασκοπήσεις θα μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση της ναλμπουφίνης στη θεραπευτική φαρέτρα, σε σύγκριση με άλλα οπιοειδή, για συγκεκριμένες κλινικές καταστάσεις.

Τρέχουσες Ερευνητικές Κατευθύνσεις και Μελλοντικές Προοπτικές

Η έρευνα γύρω από τη ναλμπουφίνη συνεχίζεται, με έμφαση στην ανάπτυξη νέων φαρμακοτεχνικών μορφών και οδών χορήγησης. Στόχος είναι η βελτίωση της φαρμακοκινητικής, η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών και η αύξηση της συμμόρφωσης των ασθενών. Παραδείγματα περιλαμβάνουν την ανάπτυξη ρινικών σπρέι, διαδερμικών συστημάτων (patch) και νανοσωματιδιακών φορέων. Η διερεύνηση της χρήσης της ναλμπουφίνης σε συνδυασμό με άλλα αναλγητικά (π.χ. μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) αποτελεί επίσης πεδίο ενδιαφέροντος, με σκοπό την επίτευξη συνεργικής δράσης και τη μείωση της απαιτούμενης δόσης οπιοειδών. Όπως αναφέρεται σε έρευνα του IО Besedina, παρουσιάζονται μέθοδοι εγκληματολογικής εξέτασης της ναλμπουφίνης. Αυτό καταδεικνύει τη σημασία της μελέτης της ουσίας όχι μόνο από φαρμακολογική, αλλά και από εγκληματολογική άποψη, λόγω της πιθανής κατάχρησής της. Οι μελλοντικές προοπτικές περιλαμβάνουν την περαιτέρω κατανόηση του μηχανισμού δράσης της ναλμπουφίνης, την ανακάλυψη νέων θεραπευτικών εφαρμογών και την ανάπτυξη ακόμα πιο ασφαλών και αποτελεσματικών αναλγητικών στρατηγικών.

Ιστορία του Φαρμάκου

Η ναλμπουφίνη, ένα συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό, αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Η σύνθεσή της προέκυψε από την προσπάθεια ανάπτυξης οπιοειδών αναλγητικών με μειωμένο κίνδυνο εξάρτησης και αναπνευστικής καταστολής σε σύγκριση με τη μορφίνη. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην τροποποίηση της χημικής δομής της μορφίνης και άλλων οπιοειδών, με στόχο τη δημιουργία μορίων με μικτό αγωνιστικό/ανταγωνιστικό προφίλ στους οπιοειδείς υποδοχείς. Η ναλμπουφίνη εισήχθη στην κλινική πρακτική στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979.

Στην Ελλάδα, η ναλμπουφίνη κυκλοφορεί ως ενέσιμο διάλυμα και χορηγείται με ειδική συνταγή ναρκωτικών, όπως ορίζεται από την ελληνική νομοθεσία. Η χρήση της στην Ελλάδα ακολουθεί τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση του πόνου, με έμφαση στην ορθή χρήση των οπιοειδών και την αποφυγή της κατάχρησης. Η διαθεσιμότητα και η χρήση της ναλμπουφίνης στον ελληνικό πληθυσμό παρακολουθείται από τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές, στο πλαίσιο της γενικότερης εποπτείας της χρήσης οπιοειδών αναλγητικών.

Συνοπτικά για τη Ναλμπουφίνη

Η ναλμπουφίνη (φάρμακο NALPAIN) είναι ένα συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό που ενδείκνυται για μέτριο έως σοβαρό πόνο. Χορηγείται παρεντερικά (ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς, υποδορίως). Αντενδείκνυται σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας, σοβαρής αναπνευστικής καταστολής και οξείας ηπατικής νόσου. Συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν καταστολή, ζάλη, ναυτία και έμετο. Απαιτείται προσοχή σε ηλικιωμένους, παιδιά, εγκύους και ασθενείς με αναπνευστικά, ηπατικά ή νεφρικά προβλήματα. Η ταυτόχρονη χρήση με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ ενισχύει τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η παρατεταμένη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση. Η διακοπή πρέπει να γίνεται σταδιακά. Η υπερδοσολογία αντιμετωπίζεται με ναλοξόνη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

Βιβλιογραφία

  • Besedina, IО. “Methods of forensic examination of Nalbuphine”. Bulletin of Kharkiv National University of Internal, 2024. Bulletin of
  • Khanna, K, N Sharma, R Karwasra, A Kumar… “Exploring nalbuphine loaded chitosan nanoparticles for effective pain management through intranasal administration: a comparative study”. Journal of Drug, 2025. Journal of
  • Tymko, VG, GV Tsapko, VA Filipenko… “A randomized, double‐blind study to compare the efficacy and safety of nalbuphine nasal spray and injectable solution in patients after orthopaedic interventions and…”. British Journal of, 2024. British Journal
  • Tymko, VG, GV Tsapko, KV Kovalova… “Comparative pharmacokinetics of nalbuphine nasal spray and solution for injection in healthy volunteers”. British Journal of, 2023. British Journal

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.