SALOSPIR: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

Το SALOSPIR διατίθεται σε διάφορες μορφές όπως δισκία, εντεροδιαλυτά δισκία και αναβράζοντα κοκκία για ευκολία χρήσης.
Το SALOSPIR ως αντιαιμοπεταλιακό συμβάλλει στην πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων και μπορεί να χορηγηθεί μακροχρόνια.

Πίνακας Περιεχομένων

Τι είναι το SALOSPIR;

Το SALOSPIR είναι φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (γνωστό διεθνώς ως ασπιρίνη), το οποίο ανήκει στην ομάδα των όξινων μη στεροειδών αναλγητικών/αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Ως εστέρας του σαλικυλικού οξέος, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ είναι ουσία με αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Το φάρμακο αυτό κυκλοφορεί με διάφορες εμπορικές ονομασίες παγκοσμίως, με το SALOSPIR να αποτελεί μία από αυτές που διατίθεται στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Αλβανία. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ συνδυάζει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως η ισχυρή αντιπυρετική, αναλγητική και αντιφλεγμονώδης δράση του, ώστε να αποτελεί το μέτρο σύγκρισης με όλα τα νεότερα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Κατατάσσεται στις ακόλουθες θεραπευτικές κατηγορίες: αίμα και αιμοποιητικά όργανα (αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολείς της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων) και νευρικό σύστημα (αναλγητικά, αντιπυρετικά). Ο κύριος μηχανισμός δράσης του είναι η αναστολή του ενζύμου κυκλοξυγενάση, που οδηγεί σε μειωμένη σύνθεση προσταγλανδινών και θρομβοξανών, με αποτέλεσμα την αντιφλεγμονώδη, αναλγητική, αντιπυρετική και αντιαιμοπεταλιακή δράση του. Σε χαμηλές δόσεις, η ασπιρίνη χρησιμοποιείται κυρίως για την αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων, ενώ σε υψηλότερες για την αντιμετώπιση του πόνου, του πυρετού και της φλεγμονής.

Ενδείξεις για το SALOSPIR

Το SALOSPIR ενδείκνυται για διάφορες καταστάσεις ανάλογα με τη δοσολογία:

  • Χαμηλή δόση (75-160 mg/ημέρα):
    • Πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο ή ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου
    • Πρόληψη θρομβοεμβολικών επεισοδίων μετά από αγγειοχειρουργικές επεμβάσεις ή επεμβάσεις παράκαμψης (bypass)
    • Μείωση του κινδύνου αρχικού εμφράγματος μυοκαρδίου σε άτομα υψηλού κινδύνου
    • Πρόληψη ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου
    • Πρωτογενής πρόληψη αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου
  • Μεσαία και υψηλή δόση (325-1000 mg/ημέρα):
    • Αντιμετώπιση ήπιου έως μέτριου πόνου (κεφαλαλγία, οδονταλγία, μυαλγία)
    • Αντιπυρετική αγωγή
    • Οξείες και χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα
    • Ως συμπληρωματική θεραπεία σε λοιμώδεις νόσους που συνοδεύονται από πυρετό και πόνο

Πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν επίσης πιθανό όφελος στην πρόληψη ορισμένων τύπων καρκίνου, ιδιαίτερα του παχέος εντέρου, με τη μακροχρόνια χρήση χαμηλών δόσεων ασπιρίνης.

Προφυλάξεις

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους για το SALOSPIR

  • Ηλικιωμένοι:
    • Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών αιμορραγιών και ανεπιθύμητων ενεργειών
    • Συνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης και τακτική παρακολούθηση
    • Η σχέση οφέλους-κινδύνου πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς άνω των 70 ετών
  • Παιδιά:
    • Δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους κάτω των 16 ετών λόγω του κινδύνου συνδρόμου Reye
    • Το σύνδρομο Reye είναι μια σπάνια αλλά σοβαρή κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει οξεία εγκεφαλοπάθεια και ηπατική δυσλειτουργία
    • Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η χορήγηση γίνεται μόνο υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση
  • Έγκυες και θηλάζουσες:
    • Αντενδείκνυται στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης λόγω πιθανών επιπλοκών στο έμβρυο και τον τοκετό
    • Στο πρώτο και δεύτερο τρίμηνο, η χορήγηση πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο
    • Κατά τη γαλουχία, η χρήση πρέπει να αποφεύγεται ή να διακόπτεται ο θηλασμός προσωρινά
    • Σε ορισμένες ιατρικές καταστάσεις, όπως προεκλαμψία ή υψηλό κίνδυνο θρομβώσεων, η θεραπεία με χαμηλή δόση μπορεί να συνταγογραφηθεί υπό ιατρική παρακολούθηση

Παρενέργειες

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του SALOSPIR περιλαμβάνουν:

  • Γαστρεντερικές διαταραχές:
    • Δυσπεψία, ναυτία, έμετος
    • Γαστρικά άλγη και δυσφορία
    • Γαστρεντερική αιμορραγία (εμφανής ή λανθάνουσα)
    • Έλκη στομάχου και δωδεκαδακτύλου
  • Αιματολογικές διαταραχές:
    • Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας λόγω της αντιαιμοπεταλιακής δράσης
    • Αναιμία από απώλεια αίματος
    • Παράταση του χρόνου αιμορραγίας
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας:
    • Κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση
    • Ρινίτιδα, άσθμα, αγγειοοίδημα
    • Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλαξία) σε ευαίσθητα άτομα
  • Ηπατικές διαταραχές:
    • Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
    • Σπάνια, ηπατίτιδα
  • Νευρολογικές διαταραχές:
    • Κεφαλαλγία, ζάλη
    • Εμβοές, διαταραχές ακοής (σε υψηλές δόσεις)

Δοσολογία και χορήγηση

Η δοσολογία του SALOSPIR ποικίλλει ανάλογα με την ένδειξη:

  • Καρδιαγγειακές παθήσεις:
    • 75-160 mg άπαξ ημερησίως, μακροχρόνια
  • Πρόληψη θρομβοεμβολικών επεισοδίων:
    • 75-325 mg άπαξ ημερησίως
  • Αναλγητική/αντιπυρετική δράση:
    • 500-1000 mg κάθε 4-6 ώρες, έως 4 γραμμάρια ημερησίως
    • Η διάρκεια θεραπείας πρέπει να είναι η μικρότερη δυνατή
  • Αντιφλεγμονώδης δράση:
    • 500-1000 mg τρεις έως τέσσερις φορές ημερησίως
  • Φαρμακοτεχνικές μορφές:
    • Διατίθεται σε διάφορες μορφές: δισκία, εντεροδιαλυτά δισκία (για μείωση των γαστρεντερικών παρενεργειών), αναβράζοντα δισκία και κοκκία

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση SALOSPIR;

  • Εάν παραλείψετε μια δόση στα πλαίσια αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας (χαμηλή δόση), πάρτε την αμέσως μόλις το θυμηθείτε εντός της ίδιας ημέρας. Μην πάρετε διπλή δόση την επόμενη μέρα.
  • Εάν παραλείψετε μια δόση για αναλγητική/αντιπυρετική χρήση, μπορείτε να την πάρετε όταν το θυμηθείτε, εκτός αν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη προγραμματισμένη δόση.
  • Σε περίπτωση αμφιβολιών, συμβουλευτείτε τον ιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Υπερδοσολογία

Η υπερδοσολογία με SALOSPIR μπορεί να προκαλέσει:

  • Συμπτώματα ήπιας τοξικότητας: ζάλη, εμβοές, κώφωση, ναυτία, έμετο, κεφαλαλγία, σύγχυση
  • Συμπτώματα σοβαρής τοξικότητας: υπερθερμία, υπεραερισμό, κετοξέωση, αναπνευστική αλκάλωση, μεταβολική οξέωση, κώμα, καρδιαγγειακή καταπληξία, αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Άμεσα μέτρα:
    • Τηλεφωνήστε στο κέντρο δηλητηριάσεων ή μεταβείτε στο πλησιέστερο νοσοκομείο
    • Εάν είναι δυνατόν, έχετε μαζί σας τη συσκευασία του φαρμάκου
  • Νοσοκομειακή αντιμετώπιση:
    • Γαστρική πλύση και χορήγηση ενεργού άνθρακα
    • Διόρθωση υγρών και ηλεκτρολυτών
    • Αλκαλοποίηση των ούρων για την επιτάχυνση της απέκκρισης
    • Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί αιμοκάθαρση

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

  • Αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακά:
    • Ενισχύει τη δράση των από του στόματος αντιπηκτικών (βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη)
    • Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας με κλοπιδογρέλη, τικλοπιδίνη, διπυριδαμόλη
    • Προσοχή απαιτείται με νεότερα αντιπηκτικά όπως ριβαροξαμπάνη, απιξαμπάνη, νταμπιγκατράνη
  • Αντιυπερτασικά:
    • Μειώνει την αποτελεσματικότητα των αναστολέων ΜΕΑ, των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II και των β-αναστολέων
    • Αυξάνει τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας σε συνδυασμό με διουρητικά
  • Αντιδιαβητικά:
    • Ενισχύει τη δράση των σουλφονυλουριών και της ινσουλίνης
    • Κίνδυνος υπογλυκαιμίας σε υψηλές δόσεις
  • Άλλα ΜΣΑΦ και κορτικοστεροειδή:
    • Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικών επιπλοκών
    • Ανταγωνιστική δράση με ιβουπροφαίνη που μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική δράση της ασπιρίνης
  • Μεθοτρεξάτη:
    • Αυξάνει τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο αίμα και τον κίνδυνο τοξικότητας

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

  • Αλκοόλ:
    • Αυξάνει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας
    • Ενισχύει τη γαστρική ερεθιστικότητα
  • Τροφές με βιταμίνη Κ:
    • Πιθανή αλληλεπίδραση όταν συγχορηγείται με αντιπηκτικά
  • Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε οξέα:
    • Μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση και τη διαλυτότητα των εντεροδιαλυτών μορφών

Φύλαξη φαρμάκου

  • Φυλάσσετε σε θερμοκρασία δωματίου (15-25°C)
  • Διατηρείτε το φάρμακο στην αρχική του συσκευασία
  • Φυλάσσετε σε ξηρό μέρος, μακριά από υγρασία και άμεσο ηλιακό φως
  • Κρατήστε το μακριά από παιδιά
  • Μη χρησιμοποιείτε το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης
  • Τα αναβράζοντα δισκία πρέπει να φυλάσσονται σε καλά κλεισμένο περιέκτη για προστασία από την υγρασία

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ αποτελεί παράγωγο του σαλικυλικού οξέος με προσθήκη ακετυλομάδας, η οποία είναι καθοριστική για τη μοναδική φαρμακολογική του δράση. Η χημική του δομή περιλαμβάνει έναν αρωματικό δακτύλιο με μια καρβοξυλική ομάδα και μια ακετυλομάδα, που του προσδίδουν τις ιδιότητές του. Σε αντίθεση με άλλα ΜΣΑΦ, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ προκαλεί μη αναστρέψιμη ακετυλίωση της κυκλοξυγενάσης, αναστέλλοντας τη βιοσύνθεση των προσταγλανδινών. Η αναστολή της COX-1 οδηγεί στην αντιαιμοπεταλιακή δράση, ενώ η αναστολή της COX-2 συμβάλλει στην αντιφλεγμονώδη δράση. Ο μηχανισμός αυτός διαφοροποιεί το ακετυλοσαλικυλικό οξύ από άλλα ΜΣΑΦ, καθώς η αναστολή είναι μη αναστρέψιμη, επηρεάζοντας τα αιμοπετάλια για όλη τη διάρκεια ζωής τους (περίπου 7-10 ημέρες). Η χαμηλή δόση ασπιρίνης επηρεάζει κυρίως την COX-1 στα αιμοπετάλια, ενώ υψηλότερες δόσεις αναστέλλουν την COX-2 σε ιστούς, προσφέροντας αντιφλεγμονώδη δράση.

Αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα του ακετυλοσαλικυλικού οξέος έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες και μετα-αναλύσεις. Στην καρδιαγγειακή πρόληψη, η χορήγηση χαμηλής δόσης (75-100 mg ημερησίως) μειώνει τον κίνδυνο θρομβωτικών επεισοδίων κατά 20-25% σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο. Η αποτελεσματικότητα της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη παραμένει αμφιλεγόμενη, με τα πρόσφατα δεδομένα να υποδεικνύουν ότι το όφελος μπορεί να αντισταθμίζεται από τον κίνδυνο αιμορραγίας. Αξιοσημείωτο είναι το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αντικαρκινική δράση της ασπιρίνης, με τον P. Elwood και συνεργάτες να επισημαίνουν σε πρόσφατη μελέτη ότι η τακτική λήψη ασπιρίνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ορισμένων τύπων καρκίνου, ιδιαίτερα του παχέος εντέρου, κατά 20-40%. Η αντιφλεγμονώδης δράση παραμένει αποτελεσματική σε μεγαλύτερες δόσεις, αν και άλλα ΜΣΑΦ προτιμώνται συχνά λόγω καλύτερης ανοχής.

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Παρά την ευρεία χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαιτερότητες. Η ασπιρίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους, αιμορραγικές διαταραχές ή υπερευαισθησία στα σαλικυλικά. Επιπλέον, το φαινόμενο της “αντίστασης στην ασπιρίνη” έχει παρατηρηθεί σε περίπου 5-25% των ασθενών, γεγονός που μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητά της. Σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας, μπορεί να εξεταστεί η διαδικασία απευαισθητοποίησης, ιδιαίτερα σε ασθενείς που απαιτείται η χορήγηση ασπιρίνης για καρδιαγγειακούς λόγους. Η συγχορήγηση με άλλα αντιπηκτικά αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας και απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση.

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Το φαινόμενο της ανθεκτικότητας στην ασπιρίνη μπορεί να οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες, όπως πολυμορφισμούς στα γονίδια που κωδικοποιούν την COX-1 ή σε μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα. Κλινικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι περίπου 10-20% των ασθενών που λαμβάνουν ασπιρίνη για καρδιαγγειακή πρόληψη εμφανίζουν υποτυπώδη αναστολή της αιμοπεταλιακής λειτουργίας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων παρά τη θεραπεία. Οι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην αντίσταση περιλαμβάνουν ανεπαρκή δοσολογία, κακή συμμόρφωση, αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα (ιδιαίτερα ιβουπροφαίνη), αυξημένη παραγωγή αιμοπεταλίων και γενετική ποικιλομορφία στο μεταβολισμό του φαρμάκου.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες έχουν αποσαφηνίσει τους μοριακούς μηχανισμούς δράσης του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασής του στα μονοπάτια φλεγμονής και στη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν ότι η θεραπεία με ασπιρίνη επηρεάζει επίσης τους μηχανισμούς καρκινογένεσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής του NF-κB και της μείωσης της αγγειογένεσης. Κλινικές δοκιμές όπως η ASPREE, ARRIVE και ASCEND έχουν αξιολογήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη, οδηγώντας σε αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες που υπογραμμίζουν τη σημασία της εξατομικευμένης προσέγγισης με βάση τον ατομικό κίνδυνο.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Οι μετεγκριτικές μελέτες επιβεβαιώνουν το προφίλ ασφάλειας του ακετυλοσαλικυλικού οξέος και την αναγνώριση σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών. Φαρμακοκινητικά, απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό (βιοδιαθεσιμότητα 60-80%) και υδρολύεται γρήγορα σε σαλικυλικό οξύ, τον κύριο μεταβολίτη του. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του είναι 15-20 λεπτά, ενώ του σαλικυλικού οξέος κυμαίνεται από 2-3 ώρες (χαμηλές δόσεις) έως 15-30 ώρες (υψηλές δόσεις). Η απέκκριση γίνεται κυρίως νεφρικά και επηρεάζεται από το pH των ούρων.

 

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει αξιολογηθεί εκτενώς σε σύγκριση με άλλα αντιθρομβωτικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Στον τομέα της δευτερογενούς καρδιαγγειακής πρόληψης, οι συγκριτικές μελέτες έχουν δείξει παρόμοια αποτελεσματικότητα μεταξύ χαμηλής δόσης ασπιρίνης και κλοπιδογρέλης, με ελαφρώς διαφορετικό προφίλ ασφάλειας. Η ασπιρίνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας, ενώ η κλοπιδογρέλη με αυξημένο κίνδυνο δερματολογικών αντιδράσεων. Σε περιπτώσεις οξέων στεφανιαίων συνδρόμων, η διπλή αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία (ασπιρίνη μαζί με αναστολέα P2Y12) έχει αποδειχθεί ανώτερη από τη μονοθεραπεία. Ως αντιφλεγμονώδες, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ υπολείπεται νεότερων ΜΣΑΦ όπως η ιβουπροφαίνη και η ναπροξένη σε αποτελεσματικότητα κατά της φλεγμονής, αν και διατηρεί πλεονεκτήματα στον καρδιαγγειακό τομέα. Σε περιπτώσεις μαιευτικών επιπλοκών, όπως αναφέρεται σε τεκμηρίωση για την επίδραση της έναρξης θεραπείας σε εγκυμοσύνες υψηλού κινδύνου, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ παραμένει η πρώτη επιλογή έναντι άλλων αντιπηκτικών λόγω του ευνοϊκότερου προφίλ ασφάλειας για το έμβρυο.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Οι συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Μια εκτενής μετα-ανάλυση της Antithrombotic Trialists’ Collaboration διαπίστωσε μείωση κατά 22% στα σημαντικά καρδιαγγειακά συμβάντα σε ασθενείς που έλαβαν ασπιρίνη για δευτερογενή πρόληψη. Αντίθετα, στην πρωτογενή πρόληψη, η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου ήταν μόλις 12%, με σημαντική αύξηση των αιμορραγικών συμβάντων. Ο ρόλος της ασπιρίνης στην ογκολογία έχει επίσης διερευνηθεί εκτενώς. Συστηματικές ανασκοπήσεις έχουν τεκμηριώσει τη σχέση μεταξύ μακροχρόνιας χρήσης ασπιρίνης και μειωμένου κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου. Η αναλυτική προσέγγιση των συστηματικών ανασκοπήσεων έχει αναδείξει ότι η ασπιρίνη μπορεί να επηρεάζει θετικά όχι μόνο την επίπτωση αλλά και την επιβίωση σε ασθενείς με καρκίνο, όπως περιγράφεται στις πρόσφατες θεραπευτικές προσεγγίσεις που συνδυάζουν συμβατικά φάρμακα με προηγμένες τεχνολογίες νανοσωματιδίων.

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Το ερευνητικό ενδιαφέρον για το ακετυλοσαλικυλικό οξύ συνεχίζει να εξελίσσεται, με αρκετές νέες κατευθύνσεις να αναδύονται. Ένας τομέας έντονης έρευνας είναι η ανάπτυξη εξατομικευμένων προσεγγίσεων για τη θεραπεία με ασπιρίνη, λαμβάνοντας υπόψη γενετικούς, περιβαλλοντικούς και κλινικούς παράγοντες για τη βελτιστοποίηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου. Η αναγνώριση βιοδεικτών για την πρόβλεψη της ανταπόκρισης στην ασπιρίνη και του κινδύνου αιμορραγίας αποτελεί προτεραιότητα. Παράλληλα, η έρευνα για νέες φαρμακοτεχνικές μορφές με βελτιωμένο προφίλ ασφάλειας, όπως προφάρμακα και συστήματα στοχευμένης απελευθέρωσης, βρίσκεται σε εξέλιξη. Υπάρχει επίσης αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον ρόλο της ασπιρίνης ως συμπληρωματική θεραπεία σε διάφορους τύπους καρκίνου, με την προοπτική της ενσωμάτωσής της σε καθιερωμένα πρωτόκολλα ογκολογικής θεραπείας. Ο C. Patrono τονίζει σε πρόσφατη έρευνα τη σημασία επανεξέτασης της θέσης της ασπιρίνης στις σύγχρονες καρδιολογικές κατευθυντήριες οδηγίες, υπό το πρίσμα των νεότερων δεδομένων για τη σχέση οφέλους-κινδύνου σε διάφορες ομάδες ασθενών και την αναδυόμενη προστατευτική δράση κατά του καρκίνου του πεπτικού. Μελλοντικές προοπτικές περιλαμβάνουν επίσης την αξιοποίηση της αντιφλεγμονώδους δράσης της ασπιρίνης σε νευροεκφυλιστικές παθήσεις και τη διερεύνηση νέων μηχανισμών δράσης πέραν της αναστολής της κυκλοξυγενάσης.

Ιστορία του φαρμάκου

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ έχει μια μακρά και ενδιαφέρουσα ιστορία που ξεκινά από την αρχαιότητα. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του φλοιού ιτιάς, που περιέχει σαλικυλικά, ήταν γνωστές ήδη από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, με τον Ιπποκράτη να συνταγογραφεί εκχυλίσματα φλοιού ιτιάς για την ανακούφιση από τον πόνο και τον πυρετό. Η απομόνωση της σαλικίνης, της δραστικής ουσίας του φλοιού ιτιάς, πραγματοποιήθηκε το 1828 από τον Γάλλο φαρμακοποιό Henri Leroux. Το 1853, ο Γάλλος χημικός Charles Frédéric Gerhardt συνέθεσε για πρώτη φορά το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αλλά η ουσία ήταν ασταθής και δύσκολη στη χρήση. Η σημαντική εξέλιξη ήρθε το 1897, όταν ο χημικός Felix Hoffmann της γερμανικής εταιρείας Bayer πέτυχε τη σταθερή σύνθεση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος, αναζητώντας ένα φάρμακο για την ανακούφιση του πατέρα του που έπασχε από ρευματική αρθρίτιδα. Η εμπορική ονομασία “Ασπιρίνη” κατοχυρώθηκε το 1899 και προήλθε από το “Α” για το ακετύλιο και το “spir” από το Spiraea ulmaria (λειμωνιά), ένα φυτό πλούσιο σε σαλικυλικά. Στην Ελλάδα, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ κατέχει σημαντική θέση στη φαρμακευτική πρακτική, με την κατανάλωσή του να είναι υψηλή, ιδιαίτερα στον ηλικιωμένο πληθυσμό για καρδιαγγειακή πρόληψη. Παρατηρείται αυξημένη χρήση σε περιοχές με υψηλό επιπολασμό καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως η Κρήτη και η Πελοπόννησος.

 

Συνοπτικά για το SALOSPIR

Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (φάρμακο SALOSPIR) αποτελεί θεμελιώδες φαρμακευτικό μόριο διττής φαρμακολογικής αξίας. Η θεραπευτική του χρησιμότητα εκτείνεται σε δύο κύριους τομείς: σε χαμηλές δόσεις (75-160mg) δρα ως αντιαιμοπεταλιακός παράγοντας για την πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων, ενώ σε υψηλότερες (325-1000mg) λειτουργεί ως αναλγητικό, αντιπυρετικό και αντιφλεγμονώδες. Αντενδείκνυται σε περιπτώσεις αιμορραγικών διαταραχών, γαστρικών ελκών, βαριάς ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας και υπερευαισθησίας στα σαλικυλικά. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη χορήγησή του σε άτομα άνω των 70 ετών λόγω αυξημένου κινδύνου αιμορραγικών επιπλοκών. Απαγορεύεται σε παιδιά κάτω των 16 ετών εξαιτίας του συνδρόμου Reye και στο τρίτο τρίμηνο της κύησης. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές, αιμορραγίες και εκδηλώσεις υπερευαισθησίας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

Βιβλιογραφία

  1. Elwood P, Protty M, Morgan G, Pickering J. Aspirin and cancer: biological mechanisms and clinical outcomes. Open Biology. 2022.
  2. Elwood P, Morgan G, Watkins J, Protty M. Aspirin and cancer treatment: systematic reviews and meta-analyses of evidence: for and against. British Journal of Cancer. 2024.
  3. Forbes N, Yi Q, Moayyedi P, Bosch J. Incidence and predictors of major gastrointestinal bleeding in patients on aspirin, low‐dose rivaroxaban, or the combination: secondary analysis of the COMPASS. Alimentary Pharmacology & Therapeutics. 2024.
  4. Galli M, Cortellini G, Occhipinti G, Rossini R. Aspirin Hypersensitivity in Patients with Atherosclerotic Cardiovascular Disease. Journal of the American College of Cardiology. 2024.
  5. Kuroda K, Moriyama A, Tsutsumi R, Hobo R. Impact of low-dose aspirin therapy initiation timing on pregnancy outcomes after frozen-thawed blastocyst transfer. Journal of Reproductive Immunology. 2025.
  6. Laila UE, Zhao ZL, Liu H, Xu ZX. Aspirin in Cancer Therapy: Pharmacology and Nanotechnology Advances. International Journal of Nanomedicine. 2025.
  7. Patrono C. Low-dose aspirin for the prevention of atherosclerotic cardiovascular disease. European Heart Journal. 2024.
  8. Tanimura K, Saito S, Tsuda S, Ono Y. Low-dose aspirin and heparin treatment improves pregnancy outcome in recurrent pregnancy loss women with anti-β2-glycoprotein I/HLA-DR autoantibodies: A Frontiers in Immunology. 2024.

 

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι το SALOSPIR και πώς δρα στον οργανισμό;

Το SALOSPIR είναι φαρμακευτικό σκεύασμα με δραστικό συστατικό το ακετυλοσαλικυλικό οξύ. Λειτουργεί μέσω αναστολής του ενζύμου κυκλοξυγενάση, μειώνοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών και θρομβοξανών. Αυτός ο μηχανισμός προσφέρει αντιαιμοπεταλιακή, αναλγητική, αντιπυρετική και αντιφλεγμονώδη δράση. Συμβουλευτείτε πάντα τον γιατρό σας πριν τη χρήση οποιουδήποτε φαρμάκου.

Ποιες είναι οι κύριες παρενέργειες του SALOSPIR;

Οι συχνότερες παρενέργειες του SALOSPIR περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές (δυσπεψία, στομαχικές ενοχλήσεις), αιμορραγίες (λόγω της αντιαιμοπεταλιακής δράσης), εμβοές και αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Σε υψηλές δόσεις μπορεί να παρατηρηθούν διαταραχές ακοής. Είναι απαραίτητη η καθοδήγηση από ιατρό για την ασφαλή χρήση του.

Μπορώ να πάρω SALOSPIR ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα;

Το SALOSPIR μπορεί να αλληλεπιδράσει με πολλά φάρμακα, ειδικά αντιπηκτικά (αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας), αντιυπερτασικά, αντιδιαβητικά και άλλα ΜΣΑΦ. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται με μεθοτρεξάτη και ιβουπροφαίνη. Ενημερώστε πάντα τον γιατρό σας για όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε πριν ξεκινήσετε το SALOSPIR.

Μπορούν οι έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες να λαμβάνουν SALOSPIR;

Το SALOSPIR αντενδείκνυται στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης λόγω κινδύνων για το έμβρυο και τον τοκετό. Στο πρώτο και δεύτερο τρίμηνο, πρέπει να χορηγείται μόνο εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Κατά τη γαλουχία, συνιστάται αποφυγή του φαρμάκου ή προσωρινή διακοπή του θηλασμού. Είναι κρίσιμη η συμβουλή γιατρού πριν από κάθε χρήση.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.