PADCEV: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

Ολοκληρωμένος οδηγός για το συζευγμένο αντίσωμα-φαρμάκου στη θεραπεία καρκίνου ουροθηλίου

Το PADCEV διατίθεται σε φιαλίδια κόνεως 20mg και 30mg για παρασκευή διαλύματος προς ενδοφλέβια έγχυση.
Η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη αποτελεί καινοτόμο θεραπευτική προσέγγιση για τον προχωρημένο καρκίνο του ουροθηλίου, προσφέροντας ελπίδα σε ασθενείς με περιορισμένες επιλογές.

Τι είναι το PADCEV;

Το PADCEV είναι ένα φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει τη δραστική ουσία ενφορτουμάμπη βεδοτίνη, η οποία ανήκει στην κατηγορία των συζευγμένων ενώσεων αντισώματος-φαρμάκου (Antibody-Drug Conjugate, ADC). Πρόκειται για ένα εξειδικευμένο αντικαρκινικό φάρμακο που χρησιμοποιείται κυρίως για τη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του ουροθηλίου. Η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη αποτελείται από ένα πλήρως ανθρώπινο αντίσωμα IgG1-κ που στοχεύει ειδικά τη Νεκτίνη-4, μια πρωτεΐνη συγκόλλησης που εκφράζεται στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων του ουροθηλίου. Το αντίσωμα είναι συζευγμένο με τον παράγοντα αναστολής μικροσωληνίσκων MMAE (μονομεθυλ-αουριστατίνη Ε) μέσω ενός συνδέτη μαλεϊμιδοκαπρόυλο-βαλίνης-κιτρουλλίνης που μπορεί να διασπαστεί με πρωτεάση. Το φάρμακο κυκλοφορεί σε μορφή σκόνης για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση και διατίθεται σε περιεκτικότητες των 20mg και 30mg ανά φιαλίδιο. Ο μηχανισμός δράσης της ενφορτουμάμπης βεδοτίνης βασίζεται στη δέσμευση του ADC σε κύτταρα που εκφράζουν Νεκτίνη-4, ακολουθούμενη από την είσοδο του συμπλέγματος ADC-Νεκτίνης-4 στο εσωτερικό του κυττάρου και την απελευθέρωση του ΜΜΑΕ μέσω πρωτεολυτικής διάσπασης, οδηγώντας στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων. Το PADCEV κυκλοφορεί διεθνώς και σε άλλες χώρες όπως Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Καναδάς και πολλές άλλες.

Ενδείξεις για το PADCEV

Το PADCEV ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με:

  • Τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του ουροθηλίου που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία
  • Μεταστατικό καρκίνο του ουροθηλίου που δεν είναι επιλέξιμοι για θεραπεία με βάση την πλατίνα
  • Προχωρημένο καρκίνο του ουροθηλίου σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη σε ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν σισπλατίνη

Η χρήση του είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις όπου άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις έχουν αποτύχει ή δεν είναι κατάλληλες για τον ασθενή. Πρόσφατες κλινικές έρευνες έχουν δείξει σημαντικά οφέλη επιβίωσης σε συνδυαστικά θεραπευτικά σχήματα.

Προφυλάξεις

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους για το PADCEV

  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥65 ετών): Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση καθώς μπορεί να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο παρενεργειών, ιδιαίτερα δερματολογικών αντιδράσεων
  • Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών): Δεν συνιστάται η χρήση του PADCEV καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του σε αυτόν τον πληθυσμό
  • Έγκυες γυναίκες: Αντενδείκνυται η χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω πιθανής εμβρυοτοξικότητας. Ο MMAE μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο
  • Θηλάζουσες μητέρες: Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση
  • Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία: Απαιτείται προσαρμογή της δόσης και στενή παρακολούθηση

Παρενέργειες

Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί περιλαμβάνουν:

  • Δερματολογικές αντιδράσεις (πολύ συχνές):
    • Εξάνθημα
    • Κνησμός
    • Ερύθημα
    • Δερματική αποφολίδωση
    • Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
  • Αιματολογικές διαταραχές:
    • Αναιμία
    • Ουδετεροπενία
    • Θρομβοπενία
  • Γαστρεντερικές διαταραχές:
    • Ναυτία
    • Διάρροια
    • Έμετος
    • Κοιλιακός πόνος
  • Διαταραχές του μεταβολισμού:
    • Υπεργλυκαιμία
    • Μειωμένη όρεξη
    • Υπονατριαιμία
  • Νευρολογικές διαταραχές:
    • Περιφερική νευροπάθεια
    • Δυσγευσία

Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν δερματικές παρενέργειες που απαιτούν ειδική δερματολογική διαχείριση (Stevens-Johnson syndrome, τοξική επιδερμική νεκρόλυση).

Δοσολογία και χορήγηση

  • Συνιστώμενη δόση: 1,25 mg/kg (έως μέγιστο 125 mg) χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών τις ημέρες 1, 8 και 15 ενός κύκλου 28 ημερών
  • Διάρκεια θεραπείας: Συνεχίζεται μέχρι την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας ή εξέλιξης της νόσου
  • Προσαρμογές δόσης: Απαιτούνται σε περίπτωση:
    • Σοβαρών δερματικών αντιδράσεων
    • Υπεργλυκαιμίας
    • Περιφερικής νευροπάθειας
    • Αιματολογικών τοξικοτήτων

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση PADCEV;

Εάν παραλειφθεί μια προγραμματισμένη δόση του PADCEV:

  • Επικοινωνήστε άμεσα με τον θεράποντα ιατρό
  • Μην λάβετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε τη δόση που παραλείψατε
  • Ο ιατρός θα προγραμματίσει εκ νέου το σχήμα χορήγησης

Υπερδοσολογία

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με ενφορτουμάμπη βεδοτίνη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας:

  • Διακόψτε άμεσα την έγχυση
  • Παρακολουθήστε για σημεία τοξικότητας
  • Εφαρμόστε υποστηρικτικά μέτρα όπως απαιτείται
  • Απαιτείται νοσηλεία και στενή παρακολούθηση

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ., κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη): Μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση του MMAE στο πλάσμα
  • Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ., ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη): Μπορεί να μειώσουν τη συγκέντρωση του MMAE στο πλάσμα
  • Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα: Απαιτείται προσοχή λόγω πιθανής αθροιστικής ανοσοκαταστολής

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

  • Δεν υπάρχουν γνωστές κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τροφές
  • Συνιστάται η διατήρηση επαρκούς ενυδάτωσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Η αλκοόλη θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να επιδεινώσει ορισμένες παρενέργειες

Φύλαξη φαρμάκου

  • Φυλάσσεται σε ψυγείο (2°C – 8°C)
  • Προστατεύεται από το φως
  • Δεν καταψύχεται
  • Φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία
  • Μετά την ανασύσταση και αραίωση, το διάλυμα είναι σταθερό για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2°C – 8°C

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη αποτελεί μια καινοτόμο συζευγμένη ένωση αντισώματος-φαρμάκου (ADC) που έχει αναπτυχθεί ειδικά για τη στόχευση της πρωτεΐνης Νεκτίνης-4. Η μοριακή δομή του PADCEV περιλαμβάνει τρία βασικά συστατικά: το ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα IgG1-κ που αναγνωρίζει με υψηλή εξειδίκευση τη Νεκτίνη-4, τον κυτταροτοξικό παράγοντα MMAE που αναστέλλει τους μικροσωληνίσκους του κυτταροσκελετού, και έναν πρωτεολυτικά διασπώμενο συνδέτη που συνδέει τα δύο παραπάνω στοιχεία. Το φάρμακο δρα μέσω ενός διττού μηχανισμού: αρχικά προσδένεται στη Νεκτίνη-4 στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων, στη συνέχεια εσωτερικεύεται μέσω ενδοκύτωσης και τελικά απελευθερώνει το MMAE ενδοκυτταρικά, προκαλώντας διαταραχή του κυτταροσκελετού και κυτταρικό θάνατο. Η φαρμακοχημική δομή του έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να εξασφαλίζει σταθερότητα στην κυκλοφορία του αίματος και επιλεκτική απελευθέρωση του κυτταροτοξικού παράγοντα στα καρκινικά κύτταρα-στόχους, ελαχιστοποιώντας τη συστηματική τοξικότητα.

Αποτελεσματικότητα

Τα κλινικά δεδομένα για το PADCEV καταδεικνύουν εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα στη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του ουροθηλίου, ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν αναπτύξει αντοχή σε προηγούμενες θεραπείες. Σε μελέτες φάσης ΙΙΙ, η μονοθεραπεία με ενφορτουμάμπη βεδοτίνη έχει επιδείξει ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης 40-44%, συμπεριλαμβανομένων πλήρων ανταποκρίσεων στο 12% των ασθενών. Η διάμεση συνολική επιβίωση στις αρχικές μελέτες κυμαίνεται στους 12,5 μήνες, ενώ η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου φτάνει τους 5,8 μήνες. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συνεργιστική δράση του PADCEV όταν συνδυάζεται με ανοσοθεραπεία όπως το πεμπρολιζουμάμπη, καθώς οι συνδυαστικές θεραπείες έχουν αποδείξει αξιοσημείωτη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων σε σύγκριση με τις καθιερωμένες θεραπείες πρώτης γραμμής. Σύμφωνα με τον Powles και συνεργάτες, ο συνδυασμός των δύο φαρμάκων έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της συνολικής επιβίωσης και του ποσοστού ανταπόκρισης σε ασθενείς που δεν είναι επιλέξιμοι για θεραπεία με βάση την πλατίνα.

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Το PADCEV έχει λάβει επιταχυνόμενες εγκρίσεις από τους ρυθμιστικούς οργανισμούς FDA και EMA, αναγνωρίζοντας τη σημαντική θεραπευτική του αξία στην αντιμετώπιση του καρκίνου του ουροθηλίου. Το φάρμακο κατατάσσεται στην κατηγορία των φαρμάκων υψηλού κόστους και η διάθεσή του γίνεται αποκλειστικά από τα φαρμακεία των νοσοκομείων. Η ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης που παρατηρείται στους συνδυασμούς με ανοσοθεραπευτικούς παράγοντες θεωρείται κλειδί για τη βελτιστοποίηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η διαχείριση των παρενεργειών, ιδιαίτερα των δερματολογικών αντιδράσεων, απαιτεί συνεργασία μεταξύ ογκολόγων και δερματολόγων για την επιτυχή αντιμετώπισή τους και τη διασφάλιση της συνέχισης της θεραπείας.

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Παρά την αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα του PADCEV, η ανάπτυξη ανθεκτικότητας παραμένει μια σημαντική κλινική πρόκληση. Οι μηχανισμοί που συμβάλλουν στην αντίσταση περιλαμβάνουν τη μειωμένη έκφραση της Νεκτίνης-4 στα καρκινικά κύτταρα, την τροποποίηση των ενδοκυτταρικών μεταφορικών οδών που εμπλέκονται στην εσωτερίκευση του συμπλέγματος ADC, και την υπερέκφραση αντλιών εκροής που απομακρύνουν το MMAE από το κυτταρόπλασμα. Επιπλέον, η γενετική ετερογένεια των όγκων μπορεί να οδηγήσει σε επιλεκτική ανάπτυξη κλώνων με χαμηλή έκφραση Νεκτίνης-4. Στρατηγικές για την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας περιλαμβάνουν την ανάπτυξη συνδυαστικών θεραπευτικών προσεγγίσεων και τη χρήση βιοδεικτών για την έγκαιρη πρόβλεψη της ανταπόκρισης στη θεραπεία.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες για την ενφορτουμάμπη βεδοτίνη ανέδειξαν την ισχυρή αντικαρκινική της δράση σε in vitro και in vivo μοντέλα καρκίνου του ουροθηλίου, παρέχοντας ισχυρή αιτιολογική βάση για την κλινική της ανάπτυξη. Η κομβική μελέτη φάσης ΙΙ (ΕV-201) και η επακόλουθη μελέτη φάσης ΙΙΙ (EV-301) επιβεβαίωσαν το κλινικό όφελος σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του ουροθηλίου που είχαν λάβει προηγούμενες θεραπείες. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα αποτελέσματα από τη μελέτη EV-302, όπου ο συνδυασμός ενφορτουμάμπης βεδοτίνης με πεμπρολιζουμάμπη έδειξε εντυπωσιακά αποτελέσματα ως θεραπεία πρώτης γραμμής. Παράλληλα, διεξάγονται μελέτες για τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας σε άλλους τύπους συμπαγών όγκων που εκφράζουν Νεκτίνη-4, διευρύνοντας έτσι το πιθανό θεραπευτικό πεδίο εφαρμογής του φαρμάκου.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Οι τρέχουσες μετεγκριτικές μελέτες εστιάζουν στη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του PADCEV, καθώς και στην αξιολόγηση καινοτόμων δοσολογικών σχημάτων για τη βελτιστοποίηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου. Η συστηματική φαρμακοεπαγρύπνηση έχει αναδείξει το πλήρες φάσμα των ανεπιθύμητων ενεργειών και έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη κατευθυντήριων οδηγιών για την αποτελεσματική διαχείρισή τους. Όσον αφορά τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά, η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική, με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 3-4 ημέρες για το συζευγμένο αντίσωμα και 2-3 ημέρες για το ελεύθερο MMAE. Η μελέτη των Op’t Hoog και συνεργάτες έχει προτείνει οικονομικά αποδοτικά δοσολογικά σχήματα που διατηρούν την κλινική αποτελεσματικότητα ενώ μειώνουν το κόστος θεραπείας, συμβάλλοντας έτσι στη βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών στο φάρμακο.

 

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Το PADCEV (ενφορτουμάμπη βεδοτίνη) έχει αναδειχθεί ως μια από τις πλέον αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές για τον προχωρημένο καρκίνο του ουροθηλίου, ιδιαίτερα όταν συγκρίνεται με καθιερωμένες θεραπείες. Στη συγκριτική αξιολόγηση με την καθιερωμένη χημειοθεραπεία, το PADCEV παρουσιάζει σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης (40-44% έναντι 12-18%) και μεγαλύτερη διάμεση συνολική επιβίωση (12,9 μήνες έναντι 9 μηνών). Ο συνδυασμός ενφορτουμάμπης βεδοτίνης με πεμπρολιζουμάμπη ως θεραπεία πρώτης γραμμής έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικός, με το ποσοστό ανταπόκρισης να υπερβαίνει το 65% και τη διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου να φτάνει τους 12,5 μήνες. Αξιοσημείωτη είναι η διατήρηση της αποτελεσματικότητας του PADCEV ακόμη και σε ασθενείς με χαμηλή έκφραση PD-L1 ή σε εκείνους που δεν ανταποκρίνονται στην ανοσοθεραπεία, υποδεικνύοντας τον συμπληρωματικό τρόπο δράσης των δύο θεραπευτικών προσεγγίσεων. Το μοναδικό προφίλ αποτελεσματικότητας του PADCEV οφείλεται στον ειδικό του μηχανισμό δράσης που στοχεύει τη Νεκτίνη-4, ένα μόριο προσκόλλησης που υπερεκφράζεται σε υψηλό ποσοστό καρκίνων του ουροθηλίου.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Διάφορες συστηματικές ανασκοπήσεις επιβεβαιώνουν τη θεραπευτική αξία του PADCEV στην κλινική πρακτική. Μια εκτενής μετα-ανάλυση των κλινικών δοκιμών φάσης ΙΙ και ΙΙΙ καταδεικνύει ότι η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη προσφέρει σημαντικό κλινικό όφελος έναντι των συμβατικών θεραπειών με συνολικό λόγο κινδύνου 0,70 για τη συνολική επιβίωση (95% CI: 0,56-0,89). Τα δεδομένα από την πραγματική κλινική εμπειρία τείνουν να συνάδουν με τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών, υποδεικνύοντας τη γενικευσιμότητα των ευρημάτων σε ευρύτερους πληθυσμούς ασθενών. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τις δερματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες, οι περισσότερες ανασκοπήσεις αναδεικνύουν ένα διαχειρίσιμο προφίλ ασφάλειας, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζονται κατάλληλες στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης. Η ανάλυση δεδομένων της ARON-2EV μελέτης παρέχει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την επίδραση των συγχορηγούμενων φαρμάκων στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ενφορτουμάμπης βεδοτίνης, συμβάλλοντας στη βέλτιστη διαχείριση των ασθενών στην καθημερινή κλινική πρακτική.

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Το ερευνητικό τοπίο γύρω από την ενφορτουμάμπη βεδοτίνη συνεχίζει να εξελίσσεται δυναμικά, με πολλαπλές εξελίξεις να αναμένονται στο εγγύς μέλλον. Μια από τις πιο υποσχόμενες κατευθύνσεις είναι η διερεύνηση του PADCEV σε συνδυαστικά σχήματα με άλλους βιολογικούς παράγοντες, πέραν του πεμπρολιζουμάμπ. Το σκεπτικό πίσω από αυτή την προσέγγιση βασίζεται στη συνεργιστική δράση των διαφορετικών μηχανισμών που στοχεύουν ταυτόχρονα διαφορετικά μονοπάτια καρκινογένεσης. Μια άλλη σημαντική κατεύθυνση είναι η αναζήτηση βιοδεικτών που θα μπορούσαν να προβλέψουν την ανταπόκριση στη θεραπεία, επιτρέποντας την εξατομικευμένη προσέγγιση των ασθενών και τη βέλτιστη επιλογή θεραπείας. Παράλληλα, διεξάγονται μελέτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του PADCEV σε πρωιμότερα στάδια της νόσου, συμπεριλαμβανομένης της επικουρικής και νεοεπικουρικής θεραπείας. Η εφαρμογή νέων φαρμακοκινητικά καθοδηγούμενων δοσολογικών σχημάτων αναμένεται να βελτιστοποιήσει περαιτέρω τη σχέση οφέλους-κινδύνου, ενώ παράλληλα θα μειώσει το οικονομικό κόστος, διευρύνοντας έτσι την πρόσβαση περισσότερων ασθενών σε αυτή την καινοτόμο θεραπεία. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προοπτική αποτελεί η διερεύνηση της δραστικότητας της ενφορτουμάμπης βεδοτίνης σε άλλους τύπους καρκίνου που εκφράζουν τη Νεκτίνη-4, όπως ο καρκίνος του μαστού, του πνεύμονα και του παγκρέατος.

Ιστορία του φαρμάκου

Η ανάπτυξη της ενφορτουμάμπης βεδοτίνης αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό ορόσημο στην εξέλιξη των συζευγμένων ενώσεων αντισώματος-φαρμάκου (ADCs) για την αντιμετώπιση των συμπαγών όγκων. Το ερευνητικό ταξίδι της ενφορτουμάμπης βεδοτίνης ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν επιστήμονες από τις εταιρείες Seattle Genetics (νυν Seagen) και Astellas Pharma αναγνώρισαν τη Νεκτίνη-4 ως πιθανό θεραπευτικό στόχο στον καρκίνο του ουροθηλίου. Η πρώτη κλινική δοκιμή φάσης Ι ξεκίνησε το 2014, ενώ τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα των αρχικών μελετών οδήγησαν στην επιτάχυνση της ανάπτυξης του φαρμάκου. Το 2019, το PADCEV έλαβε επιταχυνόμενη έγκριση από τον FDA για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του ουροθηλίου σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, καθιστώντας το το πρώτο εγκεκριμένο ADC για αυτή την ένδειξη. Η τελική έγκριση από τον FDA ακολούθησε το 2021, ενώ η έγκριση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δόθηκε το 2022. Στην Ελλάδα, η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη εντάχθηκε στον θετικό κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων υψηλού κόστους, διασφαλίζοντας την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε αυτή την καινοτόμο θεραπεία. Δεδομένου ότι ο καρκίνος του ουροθηλίου αποτελεί την ένατη συχνότερη κακοήθεια στον ελληνικό πληθυσμό, με περίπου 2.000 νέες διαγνώσεις ετησίως, η διαθεσιμότητα αυτής της θεραπευτικής επιλογής έχει σημαντικό αντίκτυπο στην κλινική πρακτική της ογκολογίας στη χώρα μας.

 

Συνοπτικά για το PADCEV

Η ενφορτουμάμπη βεδοτίνη (φάρμακο PADCEV) αποτελεί συζευγμένη ένωση αντισώματος-φαρμάκου που στοχεύει επιλεκτικά τη Νεκτίνη-4, μια πρωτεΐνη συγκόλλησης υπερεκφραζόμενη στα καρκινικά κύτταρα ουροθηλίου. Ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο ουροθηλίου, είτε ως μονοθεραπεία σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία, είτε σε συνδυασμό με πεμπρολιζουμάμπη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε ασθενείς μη επιλέξιμους για θεραπεία με σισπλατίνη. Αντενδείκνυται κατά την κύηση και γαλουχία. Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν δερματολογικές αντιδράσεις (εξάνθημα, σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας), αιματολογικές διαταραχές, γαστρεντερικές διαταραχές και περιφερική νευροπάθεια. Απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε περίπτωση ηπατικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας. Η παρακολούθηση και διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της συνέχισης της θεραπείας και τη μεγιστοποίηση του θεραπευτικού οφέλους.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

Βιβλιογραφία

  1. Fiala O, Buti S, Fujita K, et al. Concomitant medications in patients with metastatic urothelial carcinoma receiving enfortumab vedotin: real-world data from the ARON-2EV study. Clinical & Experimental Metastasis. 2025.
  2. Guarino A, Santoni M, Catalano M, et al. Enfortumab Vedotin Plus Pembrolizumab Compared to Pembrolizumab and Standard Chemotherapy: Birds of a Feather Flock Together in Urothelial Cancer. Clinical Medicine Insights. 2025.
  3. Lacouture ME, Patel AB, Rosenberg JE, et al. Management of dermatologic events associated with the nectin-4-directed antibody-drug conjugate enfortumab vedotin. The Oncologist. 2022.
  4. Maguire WF, Lee D, Weinstock C, et al. FDA approval summary: enfortumab vedotin plus pembrolizumab for cisplatin-ineligible locally advanced or metastatic urothelial carcinoma. Clinical Cancer Research. 2024.
  5. McGregor BA, Sonpavde GP, Kwak L, et al. The Double Antibody Drug Conjugate (DAD) phase I trial: sacituzumab govitecan plus enfortumab vedotin for metastatic urothelial carcinoma. Annals of Oncology. 2024.
  6. Op’t Hoog CJP, Rieborn A, Moes DJAR, et al. Model-informed development of a cost-saving dosing regimen for enfortumab vedotin. Cancer Chemotherapy and Pharmacology. 2025.
  7. Powles T, Valderrama BP, Gupta S, et al. Enfortumab vedotin and pembrolizumab in untreated advanced urothelial cancer. New England Journal of Medicine. 2024.
  8. Santoni M, Rizzo A, Massari F. Unlocking the mechanisms underlying the activity of pembrolizumab plus enfortumab vedotin in patients with urothelial carcinoma. Expert Opinion on Investigational Drugs. 2025.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.