Τι είναι το ODASOL;
Το ODASOL είναι φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει τη δραστική ουσία ομεπραζόλη, η οποία ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων (PPIs). Η ομεπραζόλη αποτελεί ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών και μειώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός μηχανισμού δράσης υψηλής εκλεκτικότητας. Λειτουργεί ως ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου του στομάχου, δρώντας ταχέως και προσφέροντας έλεγχο μέσω αντιστρεπτής αναστολής της γαστρικής έκκρισης οξέος. Η ομεπραζόλη κυκλοφορεί με πολλές εμπορικές ονομασίες παγκοσμίως εκτός από το ODASOL. Χημικά, ανήκει στην κατηγορία των βενζιμιδαζολικών παραγώγων και χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητά της να συσσωρεύεται στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Η μεταβολική διαδικασία της ομεπραζόλης περιλαμβάνει τη στερεοεκλεκτική και περιοχικά εκλεκτική μετατροπή των εναντιομερών της από το ένζυμο CYP2C19, με τη δημιουργία δραστικών μεταβολιτών που συνδέονται ομοιοπολικά με την αντλία πρωτονίων, αναστέλλοντας έτσι τη λειτουργία της.
Ενδείξεις για το ODASOL
Το ODASOL ενδείκνυται για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων του πεπτικού συστήματος που σχετίζονται με την υπερπαραγωγή γαστρικού οξέος:
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) – για τη θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας και των συμπτωμάτων παλινδρόμησης
- Πεπτικό έλκος – δωδεκαδακτυλικό και γαστρικό έλκος
- Σύνδρομο Zollinger-Ellison και άλλες παθήσεις υπερέκκρισης
- Πρόληψη και θεραπεία γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ)
- Εκρίζωση του Helicobacter pylori σε συνδυασμό με κατάλληλα αντιβιοτικά
- Προφύλαξη από εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων
Προφυλάξεις
Η χρήση του ODASOL απαιτεί προσοχή σε ορισμένες περιπτώσεις:
- Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
- Σε περιπτώσεις που υπάρχει υποψία κακοήθειας του στομάχου, καθώς το φάρμακο μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση
- Σε μακροχρόνια θεραπεία, λόγω πιθανής συσχέτισης με οστεοαρθρίτιδα
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κλοπιδογρέλη, λόγω πιθανής αλληλεπίδρασης
Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους
- Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται συνήθως προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους, ωστόσο συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
- Παιδιά: Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ODASOL σε παιδιά δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί. Η χρήση του σε παιδιατρικούς ασθενείς πρέπει να γίνεται μόνο όταν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
- Έγκυες και θηλάζουσες: Το ODASOL θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Η ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά σε κλινικά σημαντικές δόσεις δεν αναμένεται να επηρεάσει το βρέφος.
Παρενέργειες
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του ODASOL περιλαμβάνουν:
- Γαστρεντερικές διαταραχές: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό άλγος
- Κεφαλαλγία και ζάλη
- Διαταραχές του ύπνου
- Εξανθήματα και κνησμός
Λιγότερο συχνές αλλά σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες:
- Υπομαγνησιαιμία σε μακροχρόνια θεραπεία
- Αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων του γαστρεντερικού συστήματος, ιδίως από Clostridium difficile
- Διαταραχές του μικροβιώματος του πεπτικού συστήματος, όπως έχει καταδειχθεί σε ερευνητικές μελέτες
- Αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων σε μακροχρόνια χρήση
Δοσολογία και χορήγηση
Το ODASOL διατίθεται σε μορφή εντεροδιαλυτών καψακίων των 20mg και σε μορφή σκόνης και διαλύτη για ενέσιμο διάλυμα των 40mg.
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: 20mg ημερησίως για 4-8 εβδομάδες
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος: 20mg ημερησίως για 2-4 εβδομάδες
- Γαστρικό έλκος: 20mg ημερησίως για 4-8 εβδομάδες
- Εκρίζωση του H. pylori: 20mg δις ημερησίως σε συνδυασμό με αντιβιοτικά για 7-14 ημέρες
- Σύνδρομο Zollinger-Ellison: Η δοσολογία εξατομικεύεται, συνήθως ξεκινώντας με 60mg ημερησίως
Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό, κατά προτίμηση πριν το πρωινό γεύμα.
Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση ODASOL;
Εάν παραλείψετε μια δόση ODASOL, λάβετε την αμέσως μόλις το θυμηθείτε. Ωστόσο, εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη προγραμματισμένη δόση, παραλείψτε τη δόση που χάσατε και συνεχίστε με το κανονικό σας πρόγραμμα. Μη διπλασιάζετε τη δόση για να αναπληρώσετε τη δόση που παραλείψατε.
Υπερδοσολογία
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας με ODASOL είναι σπάνια και συνήθως ήπια. Μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Σύγχυση
- Υπνηλία
- Θολή όραση
- Ταχυκαρδία
- Ναυτία
- Εφίδρωση
- Κεφαλαλγία
- Ξηροστομία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική και υποστηρικτική, καθώς δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου
Η ομεπραζόλη (φάρμακο ODASOL) αλληλεπιδρά με διάφορα φάρμακα, κυρίως μέσω της επίδρασής της στα ένζυμα του κυτοχρώματος P450:
- Κλοπιδογρέλη: Μειώνει τη μετατροπή της κλοπιδογρέλης στον ενεργό μεταβολίτη της, ενδεχομένως μειώνοντας την αντιαιμοπεταλιακή της δράση και αυξάνοντας τον κίνδυνο ισχαιμικών επεισοδίων, όπως αναφέρει ο Chang και οι συνεργάτες
- Βαρφαρίνη: Ενδεχομένως αυξάνει τα επίπεδα της βαρφαρίνης στο αίμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας
- Διαζεπάμη: Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της διαζεπάμης στο αίμα
- Φαινυτοΐνη: Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της φαινυτοΐνης στο αίμα
- Κυκλοσπορίνη: Ενδέχεται να επηρεάσει τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης, ιδιαίτερα σε μεταμοσχευμένους ασθενείς
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής
- Η τροφή δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση της ομεπραζόλης, αλλά συνιστάται η λήψη του φαρμάκου πριν από το πρωινό γεύμα για βέλτιστη αποτελεσματικότητα
- Αλκοόλ: Δεν υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση, αλλά το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα γαστρίτιδας ή έλκους και θα πρέπει να αποφεύγεται
- Γκρέιπφρουτ: Ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν πιθανή αλληλεπίδραση με το χυμό γκρέιπφρουτ, ο οποίος μπορεί να αναστείλει το μεταβολισμό της ομεπραζόλης
Φύλαξη φαρμάκου
Το ODASOL πρέπει να φυλάσσεται:
- Σε θερμοκρασία δωματίου (15-30°C)
- Σε ξηρό μέρος
- Μακριά από το φως
- Μακριά από παιδιά
- Στην αρχική του συσκευασία
Ανάλυση Δραστικής Ουσίας
Η ομεπραζόλη (φάρμακο ODASOL) είναι ένα υποκατεστημένο βενζιμιδαζόλιο με μοριακό τύπο C₁₇H₁₉N₃O₃S και μοριακό βάρος 345,42 g/mol. Διαθέτει αρχική βασική μορφή που μετατρέπεται σε ενεργή όξινη μορφή στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Λόγω των χημικών της ιδιοτήτων, η ομεπραζόλη έχει αξιοποιηθεί και σε άλλους τομείς εκτός της φαρμακευτικής, όπως στην ανάπτυξη αντιδιαβρωτικών αναστολέων για προστασία μετάλλων σε όξινο περιβάλλον. Η δομή της περιλαμβάνει δύο ετεροκυκλικούς δακτυλίους (βενζιμιδαζόλιο και πυριδίνη) συνδεδεμένους με μια σουλφινυλομάδα, που αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την εκλεκτική συσσώρευση της ουσίας στα οξεοπαραγωγά κύτταρα του στομάχου.
Αποτελεσματικότητα
Η ομεπραζόλη παρουσιάζει υψηλή αποτελεσματικότητα στον έλεγχο της γαστρικής οξύτητας, με αναστολή της έκκρισης οξέος έως και 80-95% εντός 24 ωρών από την έναρξη της θεραπείας. Σε συγκριτικές μελέτες με άλλους αναστολείς έκκρισης οξέος, όπως η φαμοτιδίνη (H2-αναστολέας), η ομεπραζόλη επιδεικνύει ισχυρότερη και παρατεταμένη δράση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδρασή της στη λειτουργία μεταμοσχευμένων νεφρών, όπου η Miedziaszczyk και οι συνεργάτες διαπίστωσαν σημαντικές διαφορές συγκριτικά με τη φαμοτιδίνη, λόγω της επίδρασης στα ένζυμα CYP2C19, CYP3A4 και CYP3A5 που εμπλέκονται στο μεταβολισμό ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.
Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες
Η παρατεταμένη χρήση ομεπραζόλης (>1 έτος) συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο έλλειψης βιταμίνης B12 λόγω μειωμένης απορρόφησης, αφού η απορρόφηση της βιταμίνης εξαρτάται από την παρουσία γαστρικού οξέος. Επιπλέον, υπάρχουν ανησυχίες ασφάλειας σχετικά με ακατάλληλες συνταγογραφήσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς, καθώς η Ισπανία κατατάσσεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με την υψηλότερη κατανάλωση ομεπραζόλης. Η χρήση γενόσημων σκευασμάτων ομεπραζόλης, όπως το ODASOL, έχει συμβάλει στη μείωση του κόστους θεραπείας, διατηρώντας παρόμοια αποτελεσματικότητα με το πρωτότυπο φάρμακο.
Ανάπτυξη ανθεκτικότητας
Παρότι η ανάπτυξη πραγματικής φαρμακολογικής ανθεκτικότητας στην ομεπραζόλη (φάρμακο ODASOL) είναι σπάνια, έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της ταχυφυλαξίας σε ορισμένους ασθενείς, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια χρήση. Αυτό εκδηλώνεται ως σταδιακή μείωση της αποτελεσματικότητας του φαρμάκου, κυρίως λόγω της αντισταθμιστικής αύξησης των γαστρινοπαραγωγών κυττάρων ως απόκριση στη μειωμένη γαστρική οξύτητα. Το φαινόμενο αυτό έχει μελετηθεί και σε άλλα είδη πέραν του ανθρώπου, όπως σε σκύλους, όπου παρατηρήθηκε επίσης αλλαγή στη σύνθεση του μικροβιώματος του οισοφάγου μετά από βραχυχρόνια θεραπεία.
Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες
Οι προκλινικές μελέτες έχουν καταδείξει την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ομεπραζόλης, με εκτεταμένες έρευνες σε πειραματόζωα. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη μελέτη του μεταβολισμού των εναντιομερών της ομεπραζόλης από το ένζυμο CYP2C19, με τους Xia και Hirao να χρησιμοποιούν υπολογισμούς ελεύθερης ενέργειας σύνδεσης και υπολογισμούς QM/MM για την κατανόηση της στερεοεκλεκτικής και περιοχικά εκλεκτικής μεταβολικής διαδικασίας. Κλινικές δοκιμές φάσης III έδειξαν υψηλά ποσοστά επούλωσης των ελκών (>80% εντός 4 εβδομάδων) και σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά
Μετεγκριτικές μελέτες έχουν αναδείξει συσχετισμούς μεταξύ μακροχρόνιας χρήσης ομεπραζόλης και αυξημένου κινδύνου οστεοπόρωσης, οστεοαρθρίτιδας και πνευμονίας από εισρόφηση. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος ισχαιμικού εγκεφαλικού σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κλοπιδογρέλη και ομεπραζόλη. Φαρμακοκινητικά, η ομεπραζόλη εμφανίζει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 40-65%, εκτεταμένη δέσμευση με πρωτεΐνες πλάσματος (>95%), χρόνο ημιζωής περίπου 1 ώρα και ηπατική απέκκριση των μεταβολιτών της. Η πολυμορφική έκφραση του CYP2C19 επηρεάζει σημαντικά το μεταβολισμό της ομεπραζόλης, με τους “βραδείς μεταβολιστές” να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και πιθανώς αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
Συγκριτική αποτελεσματικότητα
Η ομεπραζόλη (φάρμακο ODASOL) έχει συγκριθεί εκτενώς με άλλους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων αλλά και με διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων που καταστέλλουν το γαστρικό οξύ. Ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι η ομεπραζόλη παρουσιάζει συγκρίσιμη ή ανώτερη αποτελεσματικότητα έναντι της εσομεπραζόλης, της παντοπραζόλης και της λανσοπραζόλης στη θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρομικής νόσου. Σε σύγκριση με τους H2-αναστολείς, όπως η φαμοτιδίνη, η ομεπραζόλη επιδεικνύει σημαντικά υψηλότερα ποσοστά επούλωσης ελκών και μεγαλύτερη διάρκεια καταστολής του γαστρικού οξέος. Η διαφορά αυτή αποδίδεται στον διαφορετικό μηχανισμό δράσης, με την ομεπραζόλη να στοχεύει απευθείας την αντλία πρωτονίων H+/K+-ATPάση, το τελικό στάδιο της έκκρισης οξέος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση των διαφορετικών θεραπευτικών επιλογών στη νεφρική λειτουργία των μεταμοσχευμένων ασθενών, καθώς η ομεπραζόλη, σε αντίθεση με τη φαμοτιδίνη, αποτελεί υπόστρωμα και αναστολέα των ενζύμων CYP2C19, CYP3A4 και CYP3A5.
Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις
Εκτενείς συστηματικές ανασκοπήσεις έχουν αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ομεπραζόλης σε διάφορες κλινικές καταστάσεις. Μια μετα-ανάλυση 43 τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών επιβεβαίωσε την ανωτερότητα της ομεπραζόλης (φάρμακο ODASOL) έναντι των H2-αναστολέων στη θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας, με ποσοστά επούλωσης 83% έναντι 52% αντίστοιχα. Ωστόσο, μελέτες παρατήρησης έχουν εγείρει ανησυχίες σχετικά με τη μακροχρόνια χρήση, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής συσχέτισης με οστεοαρθρίτιδα, όπως υποδεικνύεται από προηγμένες αναλύσεις μενδελιανής τυχαιοποίησης σε δεδομένα της UK Biobank. Επιπλέον, οι συστηματικές αναλύσεις συνταγογραφικών προτύπων σε διάφορες χώρες έχουν αναδείξει σημαντικές διαφορές στην κατανάλωση ομεπραζόλης, με τις νότιες ευρωπαϊκές χώρες να παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά χρήσης συγκριτικά με τις βόρειες, υποδεικνύοντας πιθανές πολιτισμικές διαφορές στην ιατρική πρακτική.
Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές
Οι τρέχουσες ερευνητικές προσπάθειες εστιάζουν σε πολλαπλές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων μορφών χορήγησης για βελτιωμένη βιοδιαθεσιμότητα και μειωμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Αξιοσημείωτες είναι οι μελέτες που διερευνούν την επίδραση της ομεπραζόλης στο μικροβίωμα του πεπτικού συστήματος, με την επίγνωση ότι η μακροχρόνια καταστολή του γαστρικού οξέος μπορεί να διαταράξει την οικολογική ισορροπία της μικροβιακής χλωρίδας. Η σύγχρονη κτηνιατρική έρευνα έχει καταδείξει σημαντικές αλλαγές στο μικροβίωμα του οισοφάγου σκύλων μετά από θεραπεία 14 ημερών με ομεπραζόλη, με τις μεταβολές αυτές να αποκαθίστανται 30 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Μια άλλη καινοτόμος κατεύθυνση είναι η διερεύνηση εναλλακτικών εφαρμογών της ομεπραζόλης και των παραγώγων της, όπως η αξιοποίησή τους ως φιλικών προς το περιβάλλον αναστολέων διάβρωσης για χάλυβα σε όξινο περιβάλλον, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα επαναπροσδιορισμού υπαρχόντων φαρμακευτικών ουσιών για τεχνολογικές εφαρμογές. Επιπλέον, η έρευνα για τη βελτιστοποίηση των θεραπευτικών σχημάτων σε ειδικούς πληθυσμούς, όπως οι λήπτες μοσχευμάτων, συνεχίζεται με στόχο την ελαχιστοποίηση των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων και τη μεγιστοποίηση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας.
Ιστορία του φαρμάκου
Η ομεπραζόλη ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1970 από ερευνητές της σουηδικής φαρμακευτικής εταιρείας Astra AB (νυν AstraZeneca) κατά τη διάρκεια συστηματικής έρευνας για νέους αναστολείς έκκρισης γαστρικού οξέος. Η ουσία αναπτύχθηκε ως εξέλιξη των βενζιμιδαζολικών παραγώγων και αποτέλεσε τον πρώτο αναστολέα της αντλίας πρωτονίων που εγκρίθηκε για κλινική χρήση. Η πρώτη έγκριση κυκλοφορίας της ομεπραζόλης δόθηκε στη Σουηδία το 1988, ενώ ακολούθησαν εγκρίσεις σε ΗΠΑ και άλλες χώρες το 1989. Η εισαγωγή της αποτέλεσε επανάσταση στη θεραπεία των οξεοσχετιζόμενων διαταραχών, προσφέροντας αποτελεσματικότερη καταστολή του γαστρικού οξέος συγκριτικά με τους διαθέσιμους έως τότε H2-αναστολείς. Στην Ελλάδα, η ομεπραζόλη εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και γρήγορα κατέστη θεμελιώδης θεραπευτική επιλογή για τις παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Σήμερα, η ομεπραζόλη συγκαταλέγεται μεταξύ των ευρύτερα συνταγογραφούμενων φαρμάκων στον ελληνικό πληθυσμό, με εκτιμώμενη χρήση από περίπου 8-12% των ενηλίκων, ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιωμένων. Η ενσωμάτωσή της στη θετική λίστα φαρμάκων και η διαθεσιμότητα γενόσημων σκευασμάτων έχουν συμβάλει στην ευρεία πρόσβαση στη θεραπεία, παρά τις ανησυχίες για πιθανή υπερσυνταγογράφηση σε ορισμένες περιπτώσεις.
Συνοπτικά για το ODASOL
Η ομεπραζόλη (φάρμακο ODASOL) αποτελεί έναν αναστολέα της αντλίας πρωτονίων με εκλεκτική δράση στην καταστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος. Ενδείκνυται για τη θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, πεπτικών ελκών, συνδρόμου Zollinger-Ellison και άλλων υπερεκκριτικών διαταραχών, ενώ χρησιμοποιείται επίσης στην εκρίζωση του H. pylori σε συνδυασμό με αντιβιοτικά. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε άλλους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές, κεφαλαλγία και διαταραχές ύπνου, ενώ η μακροχρόνια χρήση συνδέεται με υπομαγνησιαιμία, αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων και πιθανό κίνδυνο οστεοπόρωσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη συγχορήγηση με κλοπιδογρέλη λόγω πιθανής μείωσης της αντιαιμοπεταλιακής δράσης της τελευταίας, καθώς και σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή μεταμοσχευμένους ασθενείς υπό ανοσοκατασταλτική αγωγή.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.
Βιβλιογραφία
- Cao, S., Wei, Y., Yue, Y., Li, G., Wang, H., Lin, J., et al. (2024). Omeprazole and risk of osteoarthritis: insights from a mendelian randomization study in the UK Biobank. Journal of Translational Medicine.
- Capdevila Finestres, F., Alberto Armas, D., et al. (2025). Assessing Safety Concerns in Omeprazole Use: An Observational Study of Potentially Inappropriate Prescriptions and Patient Adherence in a Spanish. Scientia Pharmaceutica.
- Chang, C.C., Chou, Y.C., Chang, J.Y., Sun, C.A. (2024). Effects of treatment with clopidogrel with or without proton pump inhibitor omeprazole on the risk of ischemic stroke: a nationwide cohort study. Scientific Reports.
- Handa, A., Slanzon, G.S., Ambrosini, Y.M., et al. (2025). Effect of Omeprazole on Esophageal Microbiota in Dogs Detected Using a Minimally Invasive Sampling Method. Journal of Veterinary Internal Medicine.
- Liu, Y., Wang, Z., Chen, X., Zhang, Z., Wang, B., Li, H.J., et al. (2022). Synthesis and evaluation of omeprazole-based derivatives as eco-friendly corrosion inhibitors for Q235 steel in hydrochloric acid. Journal of Environmental Chemical Engineering.
- Miedziaszczyk, M., Karczewski, M., et al. (2025). The effect of the use of omeprazole versus famotidine on the kidney transplant function: a randomized controlled study. Scientific Reports.
- Xia, S., Hirao, H. (2025). Stereo-and Regioselective Metabolism of the Omeprazole Enantiomers by CYP2C19: Insights from Binding Free Energy and QM/MM Calculations in a Curtin. ACS Catalysis.