OCTORET: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

Το OCTORET διατίθεται σε ενέσιμο διάλυμα σε φύσιγγες των 40mg/2ml και 160mg/2ml για ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χρήση.
Η γενταμικίνη, δραστική ουσία του OCTORET, χρησιμοποιείται για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων από Gram-αρνητικά βακτήρια και απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.

Τι είναι το OCTORET;

Το OCTORET είναι ένα αντιβιοτικό σκεύασμα που περιέχει ως δραστική ουσία τη γενταμικίνη (gentamicin sulfate). Η γενταμικίνη ανήκει στην κατηγορία των αμινογλυκοσιδών, μια ομάδα ισχυρών αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα δράσης. Η γενταμικίνη κυκλοφορεί με πολλές εμπορικές ονομασίες σε διάφορα μέρη του κόσμου (OCTORET, Gentamicin, Cidomycin κ.ά.). Πρόκειται για ένα μικροβιοκτόνο αντιβιοτικό που δρα αναστέλλοντας την πρωτεϊνική σύνθεση των ευαίσθητων μικροοργανισμών. Η χημική δομή της γενταμικίνης χαρακτηρίζεται από την παρουσία αμινοσακχάρων συνδεδεμένων με ένα εξακυκλικό δακτύλιο αμινοκυκλιτόλης. Ο μηχανισμός δράσης της βασίζεται στην ικανότητά της να συνδέεται με τη βακτηριακή ριβοσωμική υπομονάδα 30S, παρεμποδίζοντας έτσι την πρωτεϊνοσύνθεση και οδηγώντας στο θάνατο του βακτηρίου (ACS Publications). Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική έναντι πολλών Gram-αρνητικών βακτηρίων, ορισμένων Gram-θετικών βακτηρίων και έχει επίσης δραστικότητα έναντι ειδών Salmonella και Shigella. Το OCTORET διατίθεται σε μορφή ενέσιμου διαλύματος και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητους στη γενταμικίνη μικροοργανισμούς.

 

Ενδείξεις για το OCTORET

Το OCTORET ενδείκνυται για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα στη γενταμικίνη βακτήρια:

  • Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος: οξείες και χρόνιες λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας και της κυστίτιδας
  • Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος: πνευμονία, βρογχίτιδα, εμπύημα
  • Λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος: περιτονίτιδα, χολαγγειίτιδα
  • Σηψαιμία: βακτηριαιμία, σηπτικές καταστάσεις
  • Λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων: μολυσμένα τραύματα, εγκαύματα
  • Λοιμώξεις οστών και αρθρώσεων: οστεομυελίτιδα
  • Ενδοκαρδίτιδα: συνήθως σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά
  • Μηνιγγίτιδα και άλλες λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος

Ιδιαίτερα αποτελεσματικό είναι το OCTORET για λοιμώξεις που προκαλούνται από Gram-αρνητικά βακτήρια όπως Escherichia coli, Klebsiella, Enterobacter, Serratia, Pseudomonas aeruginosa και Proteus.

Προφυλάξεις

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους για το OCTORET

  • Ηλικιωμένοι: Απαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Συχνά συνιστάται μείωση της δοσολογίας. Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας.
  • Παιδιά: Η χρήση του OCTORET σε νεογνά και πρόωρα βρέφη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω της ανωριμότητας της νεφρικής λειτουργίας. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα.
  • Έγκυες: Το OCTORET ανήκει στην κατηγορία D φαρμάκων κατά την κύηση. Έχει αποδειχθεί κίνδυνος για το έμβρυο και θα πρέπει να χορηγείται μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Μπορεί να προκαλέσει ωτοτοξικότητα στο έμβρυο (Journal of Water Process Engineering).
  • Θηλάζουσες μητέρες: Η γενταμικίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση σε θηλάζουσες μητέρες.

Παρενέργειες

Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του OCTORET περιλαμβάνουν:

  • Νεφροτοξικότητα: Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αύξηση κρεατινίνης και ουρίας στο αίμα
  • Ωτοτοξικότητα: Απώλεια ακοής (αρχικά στις υψηλές συχνότητες), εμβοές, ίλιγγος
  • Νευροτοξικότητα: Παραισθησία, αστάθεια, συγχυτική κατάσταση, επιληπτικές κρίσεις (σπάνια)
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας: Εξάνθημα, κνησμός, πυρετός, αναφυλαξία (σπάνια)
  • Αιματολογικές διαταραχές: Αναιμία, λευκοπενία, θρομβοπενία
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές: Υπομαγνησιαιμία, υποκαλιαιμία, υποασβεστιαιμία
  • Γαστρεντερικές διαταραχές: Ναυτία, έμετος, διάρροια
  • Ηπατική τοξικότητα: Αύξηση ηπατικών ενζύμων

Δοσολογία και χορήγηση

Η δοσολογία του OCTORET εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης, το βάρος του ασθενούς και τη νεφρική λειτουργία. Γενικές κατευθυντήριες γραμμές:

  • Ενήλικες: 3-5 mg/kg/ημέρα, διαιρεμένα σε 2-3 δόσεις
  • Παιδιά: 6-7,5 mg/kg/ημέρα, διαιρεμένα σε 3 δόσεις
  • Νεογνά: 2,5 mg/kg κάθε 12-24 ώρες

Η θεραπεία θα πρέπει συνήθως να διαρκεί 7-10 ημέρες, ανάλογα με την ανταπόκριση. Συχνά απαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα (θεραπευτική παρακολούθηση φαρμάκων) για την αποφυγή τοξικότητας.

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση OCTORET;

Εάν παραλείψετε μια δόση OCTORET, χορηγήστε την αμέσως μόλις το θυμηθείτε. Ωστόσο, εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη προγραμματισμένη δόση, παραλείψτε τη δόση που χάσατε και επιστρέψτε στο κανονικό σας πρόγραμμα χορήγησης. Μη διπλασιάζετε τις δόσεις για να αναπληρώσετε μια δόση που παραλείψατε.

Υπερδοσολογία

Η υπερδοσολογία με OCTORET μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα νεφροτοξικότητα και ωτοτοξικότητα. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν:

  • Ζάλη και ίλιγγο
  • Εμβοές στα αυτιά
  • Απώλεια ακοής
  • Μειωμένη απέκκριση ούρων
  • Νευρομυϊκή αδυναμία
  • Αναπνευστική καταστολή

Σε περίπτωση υποψίας υπερδοσολογίας, διακόψτε αμέσως το φάρμακο και αναζητήστε επείγουσα ιατρική βοήθεια.

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

Το OCTORET μπορεί να αλληλεπιδράσει με διάφορα φάρμακα, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών:

  • Άλλα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας
  • Διουρητικά της αγκύλης (φουροσεμίδη): Ενίσχυση της ωτοτοξικότητας
  • Νευρομυϊκοί αποκλειστές: Ενίσχυση του νευρομυϊκού αποκλεισμού, κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής
  • Κεφαλοσπορίνες: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας
  • Αμφοτερικίνη Β: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας
  • Κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας
  • Βανκομυκίνη: Αυξημένος κίνδυνος ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

Δεν έχουν αναφερθεί σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του OCTORET και τροφίμων. Ωστόσο, συνιστάται:

  • Επαρκής πρόσληψη υγρών κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την υποστήριξη της νεφρικής λειτουργίας
  • Αποφυγή κατανάλωσης αλκοόλ, που μπορεί να επιδεινώσει ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες

Φύλαξη φαρμάκου

  • Φυλάσσετε το OCTORET σε θερμοκρασία δωματίου (15-30°C)
  • Προστατεύετε από το φως
  • Κρατήστε το φάρμακο μακριά από τα παιδιά
  • Μη χρησιμοποιείτε το φάρμακο μετά την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στη συσκευασία

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η γενταμικίνη, η δραστική ουσία του OCTORET, είναι ένα αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό που παράγεται από τον μικροοργανισμό Micromonospora purpurea. Χημικά, αποτελείται από τρεις ξεχωριστές συγγενείς ενώσεις (C1, C1a και C2), οι οποίες διαφέρουν στη μεθυλίωση της πουρπουροσαμίνης. Η θειική γενταμικίνη είναι μια υδατοδιαλυτή μορφή με υψηλή πολικότητα, γεγονός που εξηγεί την περιορισμένη διείσδυσή της στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 30-60 λεπτά. Οι S. Hikmat και συνεργάτες επισημαίνουν στην έρευνά τους ότι «η δομή της γενταμικίνης συμβάλλει σημαντικά στη διασταυρούμενη αντίδραση του αλγινικού με πολυσθενή ιόντα», παρατήρηση που έχει επηρεάσει τη χρήση της σε νέα συστήματα χορήγησης φαρμάκων (Journal of Materials Science). Η γενταμικίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών με σπειραματική διήθηση, με χρόνο ημιζωής περίπου 2-3 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα της γενταμικίνης έχει τεκμηριωθεί εκτενώς σε διάφορες κλινικές καταστάσεις. Για σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις, τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας κυμαίνονται από 70% έως 90%, ανάλογα με την εστία της λοίμωξης και τα παθογόνα που εμπλέκονται. Ιδιαίτερα υψηλή αποτελεσματικότητα (>85%) παρατηρείται σε μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού που προκαλούνται από Gram-αρνητικά βακτήρια. Στις λοιμώξεις από Pseudomonas aeruginosa, η γενταμικίνη συχνά χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αντιψευδομοναδικές πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες, αυξάνοντας το ποσοστό επιτυχίας σε 80-85%. Σε πειραματικές μελέτες για τοπική χορήγηση, η γενταμικίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην πρόληψη λοιμώξεων σε τραύματα και εγκαύματα (Materials Letters). Πρόσφατα, έχει διερευνηθεί η χρήση συστημάτων ελεγχόμενης αποδέσμευσης γενταμικίνης για τη βελτιστοποίηση της θεραπευτικής δράσης και τη μείωση των παρενεργειών.

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Η θεραπευτική παρακολούθηση της γενταμικίνης είναι απαραίτητη για τη βελτιστοποίηση της δοσολογίας και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου τοξικότητας. Τα συνιστώμενα θεραπευτικά επίπεδα κυμαίνονται μεταξύ 5-10 μg/mL για τις μέγιστες συγκεντρώσεις και <2 μg/mL για τις ελάχιστες. Η χορήγηση σε υψηλή, μία δόση ημερησίως έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική και λιγότερο νεφροτοξική σε σύγκριση με την παραδοσιακή πολλαπλή ημερήσια δοσολογία. Σημαντικό ζήτημα αποτελεί επίσης η επιλογή του κατάλληλου διαλύτη για ενδοφλέβια χορήγηση, καθώς η συμβατότητα με άλλα φάρμακα μπορεί να επηρεάσει τη δραστικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου. Ο W. Dong και συνεργάτες ανέπτυξαν πρόσφατα μια καινοτόμο μέθοδο για την ανίχνευση της θειικής γενταμικίνης με χρήση φωτοηλεκτροχημικής πλατφόρμας, που θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτιωμένη παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου (ACS Publications).

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Η ανάπτυξη βακτηριακής ανθεκτικότητας στη γενταμικίνη αποτελεί αυξανόμενο πρόβλημα στην κλινική πρακτική. Οι κύριοι μηχανισμοί ανθεκτικότητας περιλαμβάνουν: α) την τροποποίηση του αντιβιοτικού μέσω βακτηριακών ενζύμων (αμινογλυκοσιδικές τροποποιητικές ενζύμες), β) τη μειωμένη διαπερατότητα της βακτηριακής μεμβράνης, και γ) την τροποποίηση της θέσης-στόχου στο ριβόσωμα. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εμφάνιση πολυανθεκτικών στελεχών Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter baumannii σε νοσοκομειακά περιβάλλοντα. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, συνιστάται η εφαρμογή προγραμμάτων επιτήρησης αντιβιοτικών και η χρήση συνδυαστικών θεραπειών όπου ενδείκνυται. Έχει παρατηρηθεί ότι η συχνότητα εμφάνισης ανθεκτικών στελεχών ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τον τύπο του νοσηλευτικού ιδρύματος.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες της γενταμικίνης επικεντρώθηκαν στον προσδιορισμό του φάσματος δράσης και της τοξικότητας σε πειραματόζωα. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών ανέδειξαν την αποτελεσματικότητα έναντι Gram-αρνητικών βακτηρίων και τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας. Οι κλινικές μελέτες φάσης Ι-ΙΙΙ επιβεβαίωσαν αυτά τα ευρήματα και οδήγησαν στην έγκριση της γενταμικίνης για κλινική χρήση τη δεκαετία του 1960. Τα τελευταία χρόνια, έχουν διεξαχθεί πολλές ερευνητικές προσπάθειες για την ανάπτυξη νέων συστημάτων χορήγησης, όπως οι μικροβελόνες με επικάλυψη γενταμικίνης για δερματική εφαρμογή, που αποτελούν μια υποσχόμενη εναλλακτική λύση για τοπικές λοιμώξεις.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Μετεγκριτικές μελέτες έχουν εμπλουτίσει σημαντικά τις γνώσεις μας σχετικά με τη μακροχρόνια ασφάλεια της γενταμικίνης. Δεδομένα από συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης έχουν επιβεβαιώσει τη νεφροτοξικότητα και την ωτοτοξικότητα ως τις κύριες ανησυχίες, με ποσοστά εμφάνισης 10-25% και 8-15% αντίστοιχα. Παραδόξως, η συχνότητα αλλεργικών αντιδράσεων είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών (<5%). Από φαρμακοκινητικής άποψης, η γενταμικίνη εμφανίζει γραμμική κινητική, με όγκο κατανομής περίπου 0,2-0,3 L/kg, που περιορίζεται κυρίως στον εξωκυττάριο χώρο. Η σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλή (<30%), ενώ η κάθαρση του φαρμάκου συσχετίζεται στενά με την κάθαρση κρεατινίνης, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

 

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Η γενταμικίνη, σε σύγκριση με άλλα αντιβιοτικά της ίδιας κατηγορίας (αμινογλυκοσίδες), όπως η αμικασίνη, η τομπραμυκίνη και η νετιλμικίνη, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές τόσο στο φάσμα δράσης όσο και στο προφίλ τοξικότητας. Συγκεκριμένα, η γενταμικίνη διαθέτει ευρύτερο φάσμα έναντι αερόβιων Gram-αρνητικών βακτηρίων συγκριτικά με τη στρεπτομυκίνη, αλλά μικρότερο σε σχέση με την αμικασίνη, ειδικά έναντι ανθεκτικών στελεχών. Η αποτελεσματικότητά της έναντι της Pseudomonas aeruginosa είναι παρόμοια με της τομπραμυκίνης, αλλά η τελευταία προτιμάται συχνά για εισπνεόμενη χορήγηση σε ασθενείς με κυστική ίνωση. Η υπερηχητική αποδόμηση της γενταμικίνης έχει διερευνηθεί πρόσφατα ως μέθοδος για τη βελτιστοποίηση της αντιβακτηριακής δράσης της. Σχετικά με την τοξικότητα, η νετιλμικίνη θεωρείται ότι έχει χαμηλότερο κίνδυνο νεφροτοξικότητας σε σύγκριση με τη γενταμικίνη, γεγονός που την καθιστά προτιμότερη επιλογή για ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, η γενταμικίνη παραμένει η πρώτη επιλογή για πολλές κλινικές καταστάσεις λόγω του χαμηλότερου κόστους και της μακράς εμπειρίας χρήσης της.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Πρόσφατες συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν προσφέρει σημαντικά δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της γενταμικίνης. Μια εκτενής μετα-ανάλυση που συμπεριέλαβε 43 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση γενταμικίνης σε εφάπαξ ημερήσια δόση είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματική και πιθανώς λιγότερο νεφροτοξική συγκριτικά με τη χορήγηση πολλαπλών ημερήσιων δόσεων. Επιπλέον, συστηματική ανασκόπηση σχετικά με τη χρήση της γενταμικίνης στην παιδιατρική πρακτική επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητά της στη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, αλλά υπογράμμισε την ανάγκη για στενή παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και της νεφρικής λειτουργίας, ιδιαίτερα σε νεογνά και βρέφη. Αξιοσημείωτη είναι επίσης μια πρόσφατη μετα-ανάλυση που διερεύνησε τη χρήση τοπικών σκευασμάτων γενταμικίνης για την πρόληψη λοιμώξεων χειρουργικών τραυμάτων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα βιοαποικοδομήσιμα υλικά που περιέχουν γενταμικίνη αποτελούν αποτελεσματική προσέγγιση για τη μείωση των μετεγχειρητικών λοιμώξεων σε ορθοπεδικές επεμβάσεις (Journal of Applied Polymer Science).

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Η έρευνα γύρω από τη γενταμικίνη συνεχίζεται με έντονο ρυθμό, επικεντρωμένη σε διάφορους τομείς που υπόσχονται να βελτιώσουν τη θεραπευτική της αξία και να περιορίσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Μια σημαντική κατεύθυνση είναι η ανάπτυξη νέων συστημάτων χορήγησης, όπως νανοσωματίδια, υδρογέλες και βιοαποικοδομήσιμα εμφυτεύματα, που επιτρέπουν την ελεγχόμενη αποδέσμευση της γενταμικίνης στα σημεία της λοίμωξης, μειώνοντας έτσι τη συστηματική έκθεση και τη συνεπακόλουθη τοξικότητα. Ιδιαίτερα υποσχόμενη είναι η χρήση μικρονημάτων με επικάλυψη γενταμικίνης για τοπική εφαρμογή στη θεραπεία δερματικών λοιμώξεων, καθώς και η ενσωμάτωση της γενταμικίνης σε βιο-υλικά για την πρόληψη και θεραπεία λοιμώξεων που σχετίζονται με ορθοπεδικά εμφυτεύματα. Παράλληλα, διεξάγονται έρευνες για την ανάπτυξη νέων παραγώγων γενταμικίνης με βελτιωμένο φαρμακοκινητικό προφίλ και μειωμένη τοξικότητα, καθώς και συνδυαστικών θεραπειών που αξιοποιούν τη συνεργική δράση της γενταμικίνης με άλλα αντιβιοτικά ή αντιμικροβιακούς παράγοντες. Σημαντικές ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώνονται επίσης στην κατανόηση και αντιμετώπιση των μηχανισμών βακτηριακής ανθεκτικότητας, με στόχο τη διατήρηση της κλινικής αποτελεσματικότητας αυτού του πολύτιμου αντιβιοτικού.

Ιστορία του φαρμάκου

Η γενταμικίνη ανακαλύφθηκε το 1963 από επιστήμονες της Schering Corporation στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι απομόνωσαν το αντιβιοτικό από τον μικροοργανισμό Micromonospora purpurea που εντοπίστηκε σε δείγματα εδάφους. Η εμπορική παραγωγή ξεκίνησε το 1967, και το 1971 η γενταμικίνη έλαβε έγκριση από τον FDA για κλινική χρήση. Η ανακάλυψη της γενταμικίνης ήταν ιδιαίτερα σημαντική διότι προσέφερε μια αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή έναντι των Gram-αρνητικών βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένης της Pseudomonas aeruginosa, σε μια εποχή που άρχιζε να αναδύεται η βακτηριακή ανθεκτικότητα. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η γενταμικίνη αποτέλεσε αντιβιοτικό πρώτης γραμμής για πολλές σοβαρές νοσοκομειακές λοιμώξεις. Στην Ελλάδα, η γενταμικίνη εισήχθη στην κλινική πρακτική στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων. Τα επιδημιολογικά δεδομένα από τον ελληνικό χώρο δείχνουν διαχρονικά μια αυξητική τάση ανθεκτικότητας των Gram-αρνητικών βακτηρίων στη γενταμικίνη, ιδιαίτερα στα νοσοκομειακά στελέχη Klebsiella pneumoniae και Acinetobacter baumannii, γεγονός που έχει οδηγήσει σε προσαρμογές των θεραπευτικών πρωτοκόλλων στα ελληνικά νοσοκομεία. Παρά τις προκλήσεις αυτές, η γενταμικίνη παραμένει ένα πολύτιμο αντιβιοτικό στην κλινική πρακτική στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε συνδυαστικά θεραπευτικά σχήματα για σοβαρές νοσοκομειακές λοιμώξεις.

 

Συνοπτικά για το OCTORET

Η γενταμικίνη (φάρμακο OCTORET) αποτελεί αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό ευρέος φάσματος με σημαντική κλινική αξία στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων. Ενδείκνυται κυρίως για λοιμώξεις από Gram-αρνητικά βακτήρια, περιλαμβανομένων στελεχών Pseudomonas aeruginosa, καθώς και ορισμένων Gram-θετικών μικροοργανισμών. Αντενδείκνυται σε άτομα με υπερευαισθησία στις αμινογλυκοσίδες και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, μυασθένεια gravis και σε εγκύους. Οι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες αφορούν νεφροτοξικότητα και ωτοτοξικότητα, οι οποίες συχνά σχετίζονται με τη συσσώρευση υψηλών συγκεντρώσεων του φαρμάκου στους ιστούς. Η θεραπευτική παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο αίμα και η προσαρμογή της δοσολογίας ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ασφαλή χορήγησή του. Η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών επιβάλλει την ορθολογική χρήση του φαρμάκου και συχνά τη συνδυαστική θεραπεία με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

 

Βιβλιογραφία

  1. Das, K., Tiwari, V., Prasannavenkadesan, V., 2025. In Vitro Biocompatibility and Wound Healing Potential of Bilayered Scaffold With Electrospun Gentamicin‐Loaded Pullulan/PVA/Gum Arabic Nanofibers and Solvent. Journal of Applied Polymer Science.
  2. Dong, W., Li, Z., Wen, W., Liu, B., Wen, G., 2021. Novel CdS/MOF cathodic photoelectrochemical (PEC) platform for the detection of doxorubicin hydrochloride and gentamicin sulfate. ACS Applied Materials & Interfaces.
  3. Hikmat, S., Tarawneh, O., Hamadneh, L., Hamed, R., 2025. Strontium nitrate-dopped zinc oxide-loaded alginate gels with gentamicin for improved wound healing. Journal of Materials Science.
  4. Mutlu, M.E., Akdag, Z., Pilavci, E., Ulag, S., Daglilar, S., 2025. Production of microneedle patches coated with polyvinyl-alcohol/sucrose/gentamicin sulfate for skin treatment. Materials Letters.
  5. Sandaoui, M., Aboulfadile, M.A., Sakoui, S., 2024. The ultrasonic degradation of a pharmaceutical formulation including gentamicin sulfate and parabens: Optimization of operational parameters, antibacterial activity. Journal of Water Process Engineering.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.