NARAMIG: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

Τα δισκία NARAMIG περιέχουν 2,5mg υδροχλωρικής ναρατριπτάνης σε επικαλυμμένα με υμένιο δισκία.
Η υδροχλωρική ναρατριπτάνη που περιέχεται στο NARAMIG ενεργοποιεί εκλεκτικά τους 5-HT1 υποδοχείς στα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου προκαλώντας αγγειοσυσπαστική δράση.

Τι είναι το NARAMIG;

Το NARAMIG είναι ένα φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει ως δραστική ουσία την υδροχλωρική ναρατριπτάνη (naratriptan hydrochloride). Πρόκειται για έναν εκλεκτικό αγωνιστή των 5-ΗΤ1 υποδοχέων της υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης), ο οποίος προκαλεί αγγειόσπασμο στα ενδοκρανιακά αιμοφόρα αγγεία. Η ναρατριπτάνη ανήκει στην κατηγορία των νανοφορέων λιπιδίων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των κρίσεων ημικρανίας. Το NARAMIG κατατάσσεται στην ανατομική/θεραπευτική/χημική ταξινόμηση ATC ως N02CC02, στην κατηγορία των φαρμάκων του νευρικού συστήματος και συγκεκριμένα στα αναλγητικά σκευάσματα κατά της ημικρανίας. Κυκλοφορεί με διάφορες εμπορικές ονομασίες σε πολλές χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων της Αυστραλίας, Βραζιλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Εσθονίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ισπανίας, Ισραήλ, Κάτω Χωρών, Λιθουανίας, Νότιας Αφρικής, Πολωνίας, Σινγκαπούρης και Φινλανδίας. Διατίθεται συνήθως σε μορφή δισκίων επικαλυμμένων με υμένιο σε περιεκτικότητα 2,5mg ανά δισκίο.

 

Ενδείξεις για το NARAMIG

Το NARAMIG ενδείκνυται αποκλειστικά για την άμεση αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας των κρίσεων ημικρανίας, με ή χωρίς αύρα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι:

  • Δεν προορίζεται για προληπτική θεραπεία της ημικρανίας
  • Χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει σαφής διάγνωση ημικρανίας
  • Είναι αποτελεσματικό στην ανακούφιση από τον πόνο της ημικρανίας και τα συνοδά συμπτώματα όπως ναυτία, φωτοφοβία και ηχοφοβία
  • Πρέπει να λαμβάνεται κατά την εμφάνιση των συμπτωμάτων της ημικρανίας, αλλά είναι επίσης αποτελεσματικό αν ληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της κρίσης

Προφυλάξεις

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους για το NARAMIG

  • Ηλικιωμένοι: Συνιστάται προσοχή στη χορήγηση σε άτομα άνω των 65 ετών λόγω πιθανής μειωμένης νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας.
  • Παιδιά και έφηβοι: Δεν συνιστάται η χρήση σε άτομα κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης επαρκών δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
  • Έγκυες και θηλάζουσες: Δεν συνιστάται η χρήση κατά την εγκυμοσύνη και το θηλασμό, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο και κατόπιν ιατρικής συμβουλής.
  • Νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια, η διαχείριση της ημικρανίας πρέπει να γίνεται με αρχική δόση 1mg, ενώ αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
  • Καρδιαγγειακές παθήσεις: Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, ισχαιμικής καρδιακής νόσου, στηθάγχης, περιφερικής αγγειακής νόσου ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Παρενέργειες

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του NARAMIG περιλαμβάνουν:

  • Συχνές (επηρεάζουν 1 στους 10 ασθενείς):
    • Ναυτία και έμετος
    • Αίσθημα κόπωσης και υπνηλία
    • Ζάλη
    • Αίσθημα καύσου
  • Όχι συχνές (επηρεάζουν 1 στους 100 ασθενείς):
    • Αίσθημα παλμών
    • Διαταραχές όρασης
    • Παραισθησίες (μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα)
    • Αίσθημα δυσφορίας
  • Σπάνιες αλλά σοβαρές (απαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα):

Δοσολογία και χορήγηση

  • Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες είναι 2,5mg (1 δισκίο) λαμβανόμενο με νερό.
  • Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν αλλά επανεμφανιστούν μέσα σε 24 ώρες, μπορεί να ληφθεί μια δεύτερη δόση με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν τουλάχιστον 4 ώρες μεταξύ των δόσεων.
  • Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 5mg (2 δισκία) σε διάστημα 24 ωρών.
  • Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 2,5mg.

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση NARAMIG;

Το NARAMIG δεν προορίζεται για τακτική χρήση αλλά για την αντιμετώπιση των κρίσεων ημικρανίας όταν εμφανίζονται. Συνεπώς, η έννοια της “παράλειψης δόσης” δεν ισχύει για αυτό το φάρμακο. Λαμβάνεται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη για την αντιμετώπιση μιας κρίσης ημικρανίας.

Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με NARAMIG, μπορεί να παρατηρηθούν:

  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
  • Έντονη ναυτία και έμετος
  • Σοβαρές καρδιαγγειακές επιπλοκές
  • Διαταραχές συνείδησης
  • Επικοινωνήστε αμέσως με το κέντρο δηλητηριάσεων ή τον γιατρό σας
  • Μεταβείτε στο πλησιέστερο τμήμα επειγόντων περιστατικών

Απαιτείται άμεση ιατρική φροντίδα και υποστηρικτική θεραπεία. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αντίδοτο για την ναρατριπτάνη.

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

  • Άλλες τριπτάνες ή εργοταμίνες: Αυξημένος κίνδυνος αγγειόσπασμου και υπέρτασης. Πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση.
  • SSRIs/SNRIs: Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης (μεταβολή της νοητικής κατάστασης, αυτόνομη αστάθεια, νευρομυϊκές ανωμαλίες).
  • MAOIs: Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χρήση λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Προποξυφαίνη: Ενδέχεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της ναρατριπτάνης στο αίμα.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά: Μπορεί να μειώσουν την κάθαρση της ναρατριπτάνης κατά 30%.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

  • Αλκοόλ: Μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της ναρατριπτάνης στα αιμοφόρα αγγεία και να αυξήσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ: Πιθανή αύξηση των επιπέδων της ναρατριπτάνης στο αίμα.
  • Καφεΐνη: Ενδέχεται να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.

Φύλαξη φαρμάκου

  • Φυλάσσετε το NARAMIG σε θερμοκρασία δωματίου (15-30°C)
  • Προστατεύετε από το φως και την υγρασία
  • Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία
  • Διατηρείτε μακριά από παιδιά
  • Μη χρησιμοποιείτε μετά την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στη συσκευασία

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η υδροχλωρική ναρατριπτάνη αποτελεί μια χημική ένωση με μοριακό τύπο C17H25N3O2S·HCl και μοριακό βάρος 371,93 g/mol. Η δομή της περιλαμβάνει έναν ινδολικό πυρήνα που είναι χαρακτηριστικός για την οικογένεια των τριπτανών. Σε μοριακό επίπεδο, η ναρατριπτάνη έχει υψηλή συγγένεια για τους 5-HT1B και 5-HT1D υποδοχείς της σεροτονίνης και μέτρια συγγένεια για τους 5-HT1A υποδοχείς. Η ουσία έχει λιπόφιλο χαρακτήρα και διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, επιτρέποντας τη δράση της στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η υδατοδιαλυτότητα της υδροχλωρικής ναρατριπτάνης είναι περιορισμένη, γεγονός που οδήγησε τους ερευνητές να αναπτύξουν καινοτόμα συστήματα νανοφορέων για τη βελτίωση της βιοδιαθεσιμότητάς της. Η δραστική ουσία απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα, επιτυγχάνοντας μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εντός 2-3 ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση.

Αποτελεσματικότητα

Η ναρατριπτάνη προσφέρει σημαντική ανακούφιση από τις κρίσεις ημικρανίας σε ποσοστό 60-70% των ασθενών εντός 4 ωρών μετά τη χορήγηση. Συγκριτικά με άλλες τριπτάνες, η ναρατριπτάνη έχει βραδύτερη έναρξη δράσης αλλά μεγαλύτερη διάρκεια αποτελεσματικότητας, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα υποτροπής της κεφαλαλγίας. Η διαχείριση ημικρανίας με ναρατριπτάνη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική σε ασθενείς με παρατεταμένες κρίσεις, καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της ουσίας (6-8 ώρες) είναι σημαντικά μεγαλύτερος από άλλες τριπτάνες. Μελέτες δείχνουν επίσης ότι η ναρατριπτάνη έχει χαμηλότερο ποσοστό επανεμφάνισης της κεφαλαλγίας εντός 24 ωρών (περίπου 17-28%) συγκριτικά με την σουματριπτάνη (30-40%). Η αποτελεσματικότητά της εκτείνεται πέρα από τον πόνο, καθώς αντιμετωπίζει αποτελεσματικά και τα συνοδά συμπτώματα της ημικρανίας όπως η ναυτία, ο έμετος, η φωτοφοβία και η ηχοφοβία.

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Το προφίλ ασφάλειας της ναρατριπτάνης θεωρείται ευνοϊκό συγκριτικά με άλλες τριπτάνες, με χαμηλότερη συχνότητα καρδιαγγειακών παρενεργειών. Παρόλα αυτά, έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών αγγειακών επιπλοκών, όπως ισχαιμικά επεισόδια. Η ναρατριπτάνη έχει μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσει αίσθημα θωρακικής δυσφορίας συγκριτικά με άλλες τριπτάνες, γεγονός που την καθιστά προτιμώμενη επιλογή για ασθενείς που έχουν εμφανίσει αυτή την παρενέργεια με άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ναρατριπτάνη υφίσταται μεταβολισμό κυρίως στο ήπαρ και η απέκκρισή της γίνεται μέσω των νεφρών, με περίπου 50% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα.

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Η μακροχρόνια και συχνή χρήση της ναρατριπτάνης μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αποτελεσματικότητάς της μέσω τριών πιθανών μηχανισμών: τη μειωμένη ανταπόκριση των υποδοχέων 5-HT1, την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης κεφαλαλγίας από υπερκατανάλωση φαρμάκων (medication overuse headache) και την προοδευτική μείωση της αγγειοσυσπαστικής ανταπόκρισης. Σύμφωνα με κλινικές παρατηρήσεις, η χρήση ναρατριπτάνης για περισσότερες από 10 ημέρες το μήνα για διάστημα τριών μηνών αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης κεφαλαλγίας από υπερκατανάλωση φαρμάκων, κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αυξημένη συχνότητα και ένταση των κεφαλαλγιών.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες σε πειραματικά μοντέλα έδειξαν ότι η ναρατριπτάνη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη συστολή των κρανιακών αγγείων, με περιορισμένη επίδραση στα περιφερικά αγγεία. Η εκλεκτικότητά της για τους 5-HT1B/1D υποδοχείς επιβεβαιώθηκε μέσω πειραμάτων σύνδεσης με ραδιενεργούς ανιχνευτές. Οι πρώτες κλινικές δοκιμές φάσης Ι έδειξαν καλή ανοχή και γραμμική φαρμακοκινητική. Σε μελέτες φάσης ΙΙ και ΙΙΙ, η ναρατριπτάνη σε δόση 2,5mg αποδείχθηκε σημαντικά αποτελεσματικότερη από το εικονικό φάρμακο στην ανακούφιση από τον πόνο εντός 4 ωρών (63% έναντι 27%). Η Λάντε και οι συνεργάτες σε πρόσφατη μελέτη επιβεβαίωσαν ότι η βελτιστοποίηση της μορφολογίας των λιπιδικών νανοφορέων μπορεί να αυξήσει σημαντικά τη βιοδιαθεσιμότητα της ναρατριπτάνης.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Οι μετεγκριτικές μελέτες επιβεβαίωσαν το προφίλ ασφάλειας της ναρατριπτάνης σε μεγαλύτερους πληθυσμούς ασθενών. Η συστηματική παρακολούθηση μέσω συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης έχει εντοπίσει σπάνιες αλλά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών και αγγειακών συμβάντων. Φαρμακοκινητικές αναλύσεις δείχνουν ότι η ναρατριπτάνη έχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 70% μετά από του στόματος χορήγηση, με χρόνο ημίσειας ζωής 6-8 ώρες και όγκο κατανομής 170 λίτρα. Ο μεταβολισμός της πραγματοποιείται κυρίως μέσω του ενζύμου CYP450 3A4 στο ήπαρ. Η απέκκριση γίνεται κατά 50% από τους νεφρούς με την αμετάβλητη μορφή του φαρμάκου και το υπόλοιπο ως μεταβολίτες. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της ναρατριπτάνης τροποποιούνται σημαντικά σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, οδηγώντας στη σύσταση για μείωση της δόσης σε αυτούς τους πληθυσμούς.

 

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Η συγκριτική αποτελεσματικότητα της ναρατριπτάνης σε σχέση με άλλους αγωνιστές των 5-HT1 υποδοχέων παρουσιάζει αξιοσημείωτες διαφορές που εξηγούν την ιδιαίτερη θέση της στη θεραπευτική αντιμετώπιση της ημικρανίας. Συγκριτικά με τη σουματριπτάνη, η οποία θεωρείται το “χρυσό πρότυπο” των τριπτανών, η ναρατριπτάνη δείχνει χαμηλότερη αποτελεσματικότητα στις 2 πρώτες ώρες (40-50% έναντι 60-70%), αλλά εμφανίζει παρατεταμένη δράση με μεγαλύτερη διάρκεια ανακούφισης και χαμηλότερα ποσοστά υποτροπής. Σε σύγκριση με την ελετριπτάνη και τη ριζατριπτάνη, η ναρατριπτάνη εμφανίζει βραδύτερη έναρξη δράσης αλλά συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα στο 4ωρο και 24ωρο. Η φαρμακοκινητική αξιολόγηση των διαφόρων σκευασμάτων ναρατριπτάνης έχει καταδείξει ότι οι προηγμένες μορφές χορήγησης μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την απορρόφηση και επομένως την ταχύτητα έναρξης της θεραπευτικής δράσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το προφίλ ασφάλειας της ναρατριπτάνης, καθώς εμφανίζει σημαντικά μικρότερο ποσοστό καρδιαγγειακών και κεντρικών ανεπιθύμητων ενεργειών συγκριτικά με τις περισσότερες άλλες τριπτάνες, γεγονός που την καθιστά προτιμώμενη επιλογή για ειδικές ομάδες ασθενών.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Οι συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις της τελευταίας δεκαετίας παρέχουν ισχυρές ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ναρατριπτάνης στη θεραπεία της ημικρανίας. Σε μια εκτενή μετα-ανάλυση 53 τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών που συμπεριέλαβε όλες τις διαθέσιμες τριπτάνες, η ναρατριπτάνη επέδειξε χαμηλότερο ποσοστό υποτροπής (17,8%) συγκριτικά με τη σουματριπτάνη 100mg (30,3%) και τη ριζατριπτάνη 10mg (21,4%). Επιπλέον, η ναρατριπτάνη κατέγραψε χαμηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα όσον αφορά τα θωρακικά συμπτώματα και τη ζάλη. Για ασθενείς με ιδιαίτερα περίπλοκες ιατρικές καταστάσεις, οι συστηματικές ανασκοπήσεις προτείνουν τη ναρατριπτάνη ως εναλλακτική επιλογή λόγω του ευνοϊκού προφίλ ασφάλειας και των λιγότερων αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Ωστόσο, οι ίδιες μετα-αναλύσεις επισημαίνουν ότι η επιλογή της καταλληλότερης τριπτάνης πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα χαρακτηριστικά των κρίσεων, τις συννοσηρότητες και τις προτιμήσεις του ασθενούς, καθώς η ανταπόκριση στις διάφορες τριπτάνες παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των ασθενών.

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Οι τρέχουσες ερευνητικές προσπάθειες σχετικά με τη ναρατριπτάνη εστιάζουν σε τρεις κύριους τομείς: την ανάπτυξη καινοτόμων συστημάτων χορήγησης, την κατανόηση των γενετικών παραγόντων που επηρεάζουν την ανταπόκριση στη θεραπεία και τη διερεύνηση νέων θεραπευτικών ενδείξεων. Στον τομέα των συστημάτων χορήγησης, η έρευνα επικεντρώνεται στην ανάπτυξη διαρρινικών σκευασμάτων, διαδερμικών επιθεμάτων και νανοτεχνολογικών φορέων που στοχεύουν στη βελτιωμένη βιοδιαθεσιμότητα και ταχύτερη έναρξη δράσης. Η φαρμακογενετική προσέγγιση εξετάζει πώς συγκεκριμένοι πολυμορφισμοί σε γονίδια που σχετίζονται με τους υποδοχείς σεροτονίνης και τα μεταβολικά ένζυμα επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της ναρατριπτάνης, με στόχο την εξατομικευμένη θεραπεία. Παράλληλα, διερευνώνται πιθανές νέες θεραπευτικές εφαρμογές της ναρατριπτάνης πέρα από την ημικρανία, όπως σε κεφαλαλγίες αθροιστικού τύπου, τριδυμική νευραλγία και ορισμένες μορφές νευροπαθητικού πόνου. Μελλοντικές προοπτικές περιλαμβάνουν την πιθανή ανάπτυξη συνδυαστικών θεραπειών που συνδυάζουν τη ναρατριπτάνη με αντιφλεγμονώδεις παράγοντες ή με νεότερες κατηγορίες φαρμάκων όπως οι ανταγωνιστές του CGRP, στοχεύοντας σε συνεργιστική δράση και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα.

Ιστορία του φαρμάκου

Η ναρατριπτάνη αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως μέλος της δεύτερης γενιάς τριπτανών, μετά την επιτυχημένη εισαγωγή της σουματριπτάνης στην κλινική πρακτική το 1991. Η ανάπτυξή της πραγματοποιήθηκε από τα ερευνητικά εργαστήρια της GlaxoWellcome (σήμερα GlaxoSmithKline) στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι χημικοί και φαρμακολόγοι στόχευαν στη δημιουργία ενός μορίου με μεγαλύτερη λιποφιλικότητα από τη σουματριπτάνη, γεγονός που θα βελτίωνε τη διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και θα παρέτεινε τη διάρκεια δράσης του φαρμάκου. Η έγκριση από τον FDA για κλινική χρήση στις ΗΠΑ δόθηκε το 1998, ενώ στην Ευρώπη το φάρμακο εγκρίθηκε την ίδια περίοδο μέσω της διαδικασίας αμοιβαίας αναγνώρισης. Στην Ελλάδα, η υδροχλωρική ναρατριπτάνη εισήχθη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και έκτοτε αποτελεί μέρος της θεραπευτικής φαρέτρας για την αντιμετώπιση της ημικρανίας. Επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι περίπου το 12-15% του ελληνικού πληθυσμού πάσχει από ημικρανία, με υψηλότερο επιπολασμό στις γυναίκες (3:1 σε σχέση με τους άνδρες). Η ναρατριπτάνη χρησιμοποιείται κυρίως σε ασθενείς με παρατεταμένες κρίσεις ημικρανίας και σε όσους εμφανίζουν δυσανεξία σε άλλες τριπτάνες λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Στο ελληνικό σύστημα υγείας, η ναρατριπτάνη περιλαμβάνεται στον θετικό κατάλογο συνταγογραφούμενων φαρμάκων, καθιστώντας την προσβάσιμη στους ασθενείς που την έχουν ανάγκη.

 

Συνοπτικά για το NARAMIG

Η υδροχλωρική ναρατριπτάνη (φάρμακο NARAMIG) αποτελεί εκλεκτικό αγωνιστή των 5-HT1 υποδοχέων σεροτονίνης με αγγειοσυσπαστική δράση στα ενδοκρανιακά αιμοφόρα αγγεία. Ενδείκνυται αποκλειστικά για την οξεία θεραπεία κεφαλαλγίας σε κρίσεις ημικρανίας με ή χωρίς αύρα, χωρίς να προορίζεται για προληπτική χρήση. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αγγειακή νόσο, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστη υπέρταση και ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η συνήθης δοσολογία είναι 2,5mg άπαξ, με δυνατότητα επανάληψης μετά από 4 ώρες αν χρειαστεί, χωρίς να υπερβαίνεται η μέγιστη ημερήσια δόση των 5mg. Χαρακτηρίζεται από βραδύτερη έναρξη δράσης συγκριτικά με άλλες τριπτάνες, αλλά παρατεταμένη αποτελεσματικότητα και χαμηλότερο ποσοστό υποτροπής. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, κόπωση, ζάλη και αίσθημα καύσου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

 

Βιβλιογραφία

  • Hird, M.A., & Sandoe, C.H. (2024). Migraine Management in medically complex patients: a Narrative Review. Current Neurology and Neuroscience Reports.
  • Kemisetti, D.P., Alam, F., Yakin, J., Islam, M., & Deka, H. ANALYTICAL METHOD DEVELOPMENT AND VALIDATION OF NARATRIPTAN AND ZOLMITRIPTAN BY SPECTROPHOTOMETRY. researchgate.net.
  • Lade, S. (2025). Advanced Lipid-Based Nanocarriers for Naratriptan Hydrochloride: A Path to Improved Migraine Treatment. researchsquare.com.
  • Nour, H.A., Miller, D.J., & Danoun, O.A. (2021). Naratriptan-Associated Spinal Artery Infarction. American Journal of Therapeutics.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.