MACLADIN: Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

MACLADIN: Πλήρης οδηγός με πληροφορίες για παρενέργειες, ενδείξεις, προφυλάξεις, δοσολογία.
Το MACLADIN είναι ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο για την αντιμετώπιση βακτηριακών λοιμώξεων.

Τι είναι το MACLADIN;

Το MACLADIN είναι ένα φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει ως δραστική ουσία την κλαριθρομυκίνη (clarithromycin). Η κλαριθρομυκίνη (εμπορικές ονομασίες: MACLADIN, CLARIPEN και πολλές άλλες διεθνώς) είναι ένα ημισυνθετικό μακρολιδικό αντιβιοτικό, το οποίο προέρχεται από την ερυθρομυκίνη. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος (όπως πνευμονία και βρογχίτιδα), λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων, καθώς και ορισμένων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Η κλαριθρομυκίνη ανήκει στην θεραπευτική κατηγορία των αντιβιοτικών για συστηματική χορήγηση και ειδικότερα στα μακρολίδια (ανατομική/θεραπευτική/χημική ταξινόμηση ATC: J01FA09). Από χημικής άποψης, προκύπτει από την υποκατάσταση της υδροξυλικής ομάδας στη θέση 6 με μια ομάδα CH3O στον λακτονικό δακτύλιο της ερυθρομυκίνης. Ο μηχανισμός δράσης της συνίσταται στην αναστολή της πρωτεϊνοσύνθεσης στους μικροοργανισμούς, μέσω της σύνδεσης με την ριβοσωμιακή υπομονάδα 50S των ευαίσθητων βακτηρίων. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε τα οφέλη της προσθήκης της κλαριθρομυκίνης, προσδιορίζοντας επίσης έναν ανοσοτροποποιητικό μηχανισμό δράσης της (Giamarellos-Bourboulis).

Ενδείξεις για το MACLADIN

Το MACLADIN, με δραστική ουσία την κλαριθρομυκίνη, ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητους μικροοργανισμούς. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται για λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού (όπως φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ιγμορίτιδα, οξεία μέση ωτίτιδα), λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού (όπως οξεία βρογχίτιδα, παρόξυνση χρόνιας βρογχίτιδας, πνευμονία), λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων (όπως θυλακίτιδα, κυτταρίτιδα, ερυσίπελας). Επιπλέον, η κλαριθρομυκίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για την εκρίζωση του Helicobacter pylori σε ασθενείς με πεπτικό έλκος. Ερευνητές διερευνούν την ύπαρξη ετεροαντίστασης στην κλαριθρομυκίνη και τη μετρονιδαζόλη σε ασθενείς με λοίμωξη από Helicobacter pylori, παρέχοντας ολοκληρωμένα δεδομένα σχετικά με τον επιπολασμό της ετεροαντίστασης στη μετρονιδαζόλη και την κλαριθρομυκίνη, καθώς και τις μεθόδους ανίχνευσής τους (Kouhsari).

Προφυλάξεις

Πριν από τη χορήγηση του MACLADIN, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας, καθώς η κλαριθρομυκίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και απεκκρίνεται από τα νεφρά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ίσως χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Επίσης, η μακροχρόνια ή επαναλαμβανόμενη χρήση κλαριθρομυκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (βακτήρια ή μύκητες). Η εμφάνιση διάρροιας κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με κλαριθρομυκίνη μπορεί να υποδηλώνει ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, μια σοβαρή κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση. Η κλαριθρομυκίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα, οπότε είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο γιατρός για όλα τα φάρμακα (συνταγογραφούμενα και μη) που λαμβάνει ο ασθενής.

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους

  • Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις ανεπιθύμητες ενέργειες της κλαριθρομυκίνης, ιδιαίτερα σε αυτές που αφορούν το καρδιαγγειακό σύστημα (π.χ. παράταση του διαστήματος QT).
  • Παιδιά: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κλαριθρομυκίνης σε παιδιά κάτω των 6 μηνών δεν έχουν τεκμηριωθεί πλήρως. Η δοσολογία στα παιδιά πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος και τη σοβαρότητα της λοίμωξης.
  • Έγκυοι: Η κλαριθρομυκίνη πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η κλαριθρομυκίνη ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα, επομένως θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση σε θηλάζουσες μητέρες.

Παρενέργειες

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και το MACLADIN (κλαριθρομυκίνη) μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ασθενείς. Οι πιο συχνές παρενέργειες αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα και περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, διάρροια, κοιλιακό άλγος και δυσπεψία. Άλλες πιθανές παρενέργειες είναι η κεφαλαλγία, η αλλαγή στη γεύση, η αύξηση των ηπατικών ενζύμων, και δερματικά εξανθήματα. Σπανιότερα, έχουν αναφερθεί πιο σοβαρές αντιδράσεις, όπως ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, ηπατική δυσλειτουργία, παράταση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, και αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του αναφυλακτικού σοκ). Γίνεται έρευνα για τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αζιθρομυκίνη και την κλαριθρομυκίνη σε ενήλικες ηλικίας ≥ 65 ετών (Zhang). Είναι σημαντικό να αναφερθεί οποιαδήποτε ασυνήθιστη αντίδραση στον γιατρό ή τον φαρμακοποιό.

Δοσολογία και χορήγηση

Η δοσολογία του MACLADIN εξαρτάται από τον τύπο και τη βαρύτητα της λοίμωξης, την ηλικία και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς. Συνήθως, η συνιστώμενη δόση για ενήλικες είναι 250-500 mg δύο φορές την ημέρα, για 7-14 ημέρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 500 mg τρεις φορές την ημέρα. Για την εκρίζωση του H. pylori, η κλαριθρομυκίνη χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, συνήθως για 7-14 ημέρες. Στα παιδιά, η δοσολογία υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος. Το MACLADIN διατίθεται σε μορφή δισκίων, επικαλυμμένων με υμένιο, και κοκκίων για πόσιμο εναιώρημα. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό, ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Το πόσιμο εναιώρημα είναι κατάλληλο για παιδιά και ασθενείς που δυσκολεύονται να καταπιούν δισκία.

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση MACLADIN;

Εάν παραλειφθεί μια δόση, θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις το θυμηθεί ο ασθενής. Ωστόσο, εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, η δόση που παραλείφθηκε θα πρέπει να παραλειφθεί και να συνεχιστεί το κανονικό δοσολογικό σχήμα. Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για να αναπληρωθεί η δόση που ξεχάστηκε.

Υπερδοσολογία

Η λήψη υπερβολικής δόσης MACLADIN μπορεί να προκαλέσει έντονα γαστρεντερικά συμπτώματα (έμετο, διάρροια, κοιλιακό άλγος), νευρολογικές διαταραχές (σύγχυση, αποπροσανατολισμός) και καρδιαγγειακές επιπλοκές (παράταση του διαστήματος QT). Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, είναι απαραίτητη η άμεση ιατρική φροντίδα. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την κλαριθρομυκίνη, και η θεραπεία είναι κυρίως υποστηρικτική.

Αλληλεπιδράσεις

Η κλαριθρομυκίνη, το δραστικό συστατικό του MACLADIN, μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα, επηρεάζοντας τη δράση τους ή αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο γιατρός ή ο φαρμακοποιός για όλα τα φάρμακα, συμπληρώματα διατροφής ή φυτικά προϊόντα που λαμβάνει ο ασθενής, πριν από την έναρξη της θεραπείας με MACLADIN.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

Η κλαριθρομυκίνη αναστέλλει το ηπατικό ένζυμο CYP3A4, το οποίο συμμετέχει στον μεταβολισμό πολλών φαρμάκων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων αυτών των φαρμάκων στο αίμα και, κατά συνέπεια, σε αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας. Ορισμένα φάρμακα αντενδείκνυνται να συγχορηγούνται με κλαριθρομυκίνη, όπως η σιζαπρίδη, η πιμοζίδη, η αστεμιζόλη, η τερφεναδίνη, η εργοταμίνη και η διυδροεργοταμίνη, λόγω του κινδύνου σοβαρών καρδιαγγειακών επιπλοκών (π.χ. παράταση του διαστήματος QT, κοιλιακή ταχυκαρδία). Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και κατά τη συγχορήγηση με φάρμακα όπως η κολχικίνη, η διγοξίνη, η θεοφυλλίνη, η καρβαμαζεπίνη, η βαρφαρίνη, οι στατίνες (εκτός της πραβαστατίνης και της φλουβαστατίνης) και ορισμένα αντιρετροϊκά φάρμακα.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

Η απορρόφηση της κλαριθρομυκίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη λήψη τροφής. Ωστόσο, η ταυτόχρονη λήψη με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της κλαριθρομυκίνης στο αίμα, και καλό είναι να αποφεύγεται.

Φύλαξη φαρμάκου

Το MACLADIN πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου (έως 25°C), μακριά από το φως και την υγρασία. Να φυλάσσεται σε θέση, την οποία δεν βλέπουν και δεν προσεγγίζουν τα παιδιά. Να μη χρησιμοποιείται μετά την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στη συσκευασία. Ο Giamarellos-Bourboulis και οι συνεργάτες του, σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή, μελέτησαν την κλαριθρομυκίνη για πρώιμες αντιφλεγμονώδεις αποκρίσεις στην πνευμονία που αποκτήθηκε στην κοινότητα, και κατέληξαν στο συμπέρασμα πως «η μείωση της διάρκειας της νοσηλείας έχει οικονομικά οφέλη, αλλά είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν» (Giamarellos-Bourboulis).

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η δραστική ουσία του MACLADIN, η κλαριθρομυκίνη, είναι ένα ημισυνθετικό μακρολιδικό αντιβιοτικό που προέρχεται από την ερυθρομυκίνη. Η χημική της δομή χαρακτηρίζεται από έναν μακροκυκλικό λακτονικό δακτύλιο 14 μελών, στον οποίο είναι συνδεδεμένα σάκχαρα. Η διαφορά της από την ερυθρομυκίνη έγκειται στην υποκατάσταση μιας υδροξυλικής ομάδας με μια μεθοξυ-ομάδα (CH3O) στη θέση 6 του λακτονικού δακτυλίου. Αυτή η τροποποίηση βελτιώνει τη σταθερότητα της κλαριθρομυκίνης σε όξινο περιβάλλον (όπως το στομάχι) και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητά της. Η κλαριθρομυκίνη δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση των πρωτεϊνών στα βακτήρια. Συγκεκριμένα, συνδέεται με την υπομονάδα 50S των βακτηριακών ριβοσωμάτων και εμποδίζει τη μετατόπιση των tRNA, διακόπτοντας έτσι την επιμήκυνση της πολυπεπτιδικής αλυσίδας.

Αποτελεσματικότητα

Η κλαριθρομυκίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική έναντι ενός ευρέος φάσματος βακτηρίων, τόσο Gram-θετικών όσο και Gram-αρνητικών, καθώς και ορισμένων άτυπων μικροοργανισμών. Είναι δραστική έναντι κοινών παθογόνων του αναπνευστικού, όπως Streptococcus pneumoniae, Haemophilus influenzae, Moraxella catarrhalis, Mycoplasma pneumoniae και Chlamydophila pneumoniae. Επιπλέον, η κλαριθρομυκίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων που προκαλούνται από Staphylococcus aureus και Streptococcus pyogenes. Η χρήση της στην εκρίζωση του Helicobacter pylori, σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, έχει συμβάλει σημαντικά στη μείωση της υποτροπής του πεπτικού έλκους. O Della-Negra και οι συνεργάτες του μελέτησαν τις χρονικές δυναμικές του εδάφους που αρδεύεται με επεξεργασμένα λύματα που περιέχουν κλαριθρομυκίνη, τονίζοντας ότι «οι μελέτες σχετικά με τη συμπεριφορά των αντιβιοτικών στο έδαφος, ειδικά για την κλαριθρομυκίνη, είναι ελλιπείς» (Della-Negra).

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Η κλαριθρομυκίνη διατίθεται σε διάφορες φαρμακοτεχνικές μορφές, προσφέροντας ευελιξία στη χορήγηση. Εκτός από τα δισκία και το πόσιμο εναιώρημα, υπάρχει και σε ενδοφλέβια μορφή για νοσοκομειακή χρήση σε σοβαρές λοιμώξεις. Η φαρμακοκινητική της κλαριθρομυκίνης χαρακτηρίζεται από καλή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα, ευρεία κατανομή στους ιστούς και παρατεταμένο χρόνο ημιζωής, που επιτρέπει τη χορήγηση δύο φορές την ημέρα.

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Όπως συμβαίνει με όλα τα αντιβιοτικά, η αλόγιστη και εκτεταμένη χρήση της κλαριθρομυκίνης μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών βακτηρίων. Η ανθεκτικότητα στην κλαριθρομυκίνη μπορεί να οφείλεται σε διάφορους μηχανισμούς, όπως μεταλλάξεις στο ριβοσωμικό RNA, ενεργή εκροή του φαρμάκου από το βακτηριακό κύτταρο και παραγωγή ενζύμων που αδρανοποιούν το φάρμακο. Για την αποφυγή της ανάπτυξης ανθεκτικότητας, είναι σημαντικό η κλαριθρομυκίνη να χρησιμοποιείται μόνο όταν είναι απαραίτητο, στη σωστή δόση και για την ενδεδειγμένη διάρκεια θεραπείας.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της κλαριθρομυκίνης (δραστικό συστατικό του MACLADIN) έχουν τεκμηριωθεί εκτενώς μέσω προκλινικών και κλινικών μελετών. Οι προκλινικές μελέτες, in vitro και in vivo, έδειξαν την αντιμικροβιακή δράση της κλαριθρομυκίνης έναντι ενός ευρέος φάσματος παθογόνων μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού, του δέρματος και των μαλακών μορίων. Επίσης, μελετήθηκε η φαρμακοκινητική της, η τοξικότητα και η πιθανή τερατογένεση. Οι κλινικές μελέτες, που ακολούθησαν, επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της κλαριθρομυκίνης στη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων, συγκρίνοντάς την με άλλα αντιβιοτικά ή εικονικό φάρμακο. Μελέτες φάσης ΙΙΙ αξιολόγησαν τη βέλτιστη δοσολογία, τη διάρκεια της θεραπείας και το προφίλ ασφάλειας σε διάφορους πληθυσμούς ασθενών (ενήλικες, παιδιά, ηλικιωμένους). Ειδικές μελέτες έχουν διεξαχθεί για τη χρήση της κλαριθρομυκίνης στην εκρίζωση του Helicobacter pylori, σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, η παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του συνεχίζεται μέσω μετεγκριτικών μελετών (φάση IV) και συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης. Αυτές οι μελέτες και τα συστήματα συλλογής αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών επιτρέπουν τον εντοπισμό σπάνιων ή απρόβλεπτων παρενεργειών, καθώς και την αξιολόγηση της μακροχρόνιας ασφάλειας και αποτελεσματικότητας του φαρμάκου σε πραγματικές συνθήκες χρήσης. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της κλαριθρομυκίνης περιλαμβάνουν καλή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα (βιοδιαθεσιμότητα περίπου 55%), ευρεία κατανομή στους ιστούς (συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων και των μακροφάγων), μεταβολισμό στο ήπαρ (κυρίως μέσω του CYP3A4) και απέκκριση κυρίως από τα νεφρά (περίπου 20-30% ως αμετάβλητο φάρμακο) και τη χολή. Ο χρόνος ημιζωής της κλαριθρομυκίνης είναι περίπου 3-7 ώρες, ενώ του κύριου μεταβολίτη της (14-υδροξυ-κλαριθρομυκίνη) είναι 5-9 ώρες. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάλυση ετεροαντίστασης στην κλαριθρομυκίνη χρειάζεται προσοχή, και διάφοροι ερευνητές προτείνουν νέες προσεγγίσεις (Kouhsari).

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Η κλαριθρομυκίνη (το δραστικό συστατικό του MACLADIN) έχει συγκριθεί με άλλα αντιβιοτικά σε κλινικές δοκιμές για τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων. Σε λοιμώξεις του αναπνευστικού, έχει δειχθεί ότι είναι εξίσου αποτελεσματική με άλλα μακρολίδια (όπως η αζιθρομυκίνη), καθώς και με β-λακταμικά αντιβιοτικά (όπως η αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ) και φθοριοκινολόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κλαριθρομυκίνη μπορεί να έχει πλεονέκτημα λόγω του ευρύτερου φάσματος δράσης της έναντι άτυπων παθογόνων (π.χ. Mycoplasma pneumoniae, Chlamydophila pneumoniae). Στη θεραπεία λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων, η κλαριθρομυκίνη έχει συγκριθεί με πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες, με παρόμοια αποτελέσματα. Ωστόσο, η επιλογή του κατάλληλου αντιβιοτικού θα πρέπει να γίνεται με βάση την τοπική επιδημιολογία, την ανθεκτικότητα των μικροβίων και τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενούς.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Η βιβλιογραφία περιλαμβάνει συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αξιολογούν τη συνολική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της κλαριθρομυκίνης. Αυτές οι μελέτες συγκεντρώνουν δεδομένα από πολλαπλές κλινικές δοκιμές, παρέχοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Ορισμένες μετα-αναλύσεις έχουν επικεντρωθεί στη χρήση της κλαριθρομυκίνης στην εκρίζωση του Helicobacter pylori, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητά της σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Άλλες έχουν εξετάσει τη χρήση της σε συγκεκριμένες λοιμώξεις, όπως η κοινοτική πνευμονία, και έχουν συγκρίνει την αποτελεσματικότητά της με άλλα αντιβιοτικά.

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Η έρευνα σχετικά με την κλαριθρομυκίνη συνεχίζεται, με στόχο την καλύτερη κατανόηση της δράσης της, την αντιμετώπιση της αναδυόμενης ανθεκτικότητας και την εξερεύνηση νέων θεραπευτικών εφαρμογών. Μια περιοχή έρευνας είναι η ανάπτυξη νέων φαρμακοτεχνικών μορφών της κλαριθρομυκίνης, όπως συστήματα ελεγχόμενης αποδέσμευσης, που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη συμμόρφωση των ασθενών και να μειώσουν τη συχνότητα των δόσεων. Επίσης, διερευνάται η πιθανή χρήση της κλαριθρομυκίνης σε μη λοιμώδεις καταστάσεις, λόγω των ανοσοτροποποιητικών της ιδιοτήτων. Ο Zhang και οι συνεργάτες του μελετούν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αζιθρομυκίνη και την κλαριθρομυκίνη και τονίζουν ότι «αυτή η μελέτη στοχεύει στον εντοπισμό και την ανάλυση των σημάτων ασφαλείας της αζιθρομυκίνης και της κλαριθρομυκίνης» (Zhang). Η συνεχής έρευνα είναι απαραίτητη για τη βέλτιστη χρήση αυτού του σημαντικού αντιβιοτικού.

Ιστορία του φαρμάκου

Η κλαριθρομυκίνη, η δραστική ουσία του MACLADIN, ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1970 από επιστήμονες της ιαπωνικής φαρμακευτικής εταιρείας Taisho Pharmaceutical. Προέκυψε ως αποτέλεσμα ερευνών για τη βελτίωση των ιδιοτήτων της ερυθρομυκίνης, ενός παλαιότερου μακρολιδικού αντιβιοτικού. Οι ερευνητές της Taisho Pharmaceutical τροποποίησαν τη χημική δομή της ερυθρομυκίνης, προσθέτοντας μια μεθοξυ-ομάδα (CH3O) στη θέση 6 του λακτονικού δακτυλίου. Αυτή η αλλαγή βελτίωσε σημαντικά τη σταθερότητα της κλαριθρομυκίνης σε όξινο περιβάλλον, αυξάνοντας τη βιοδιαθεσιμότητά της και μειώνοντας τις γαστρεντερικές παρενέργειες. Η κλαριθρομυκίνη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ιαπωνία το 1991, και ακολούθως σε άλλες χώρες παγκοσμίως.

Στην Ελλάδα, η κλαριθρομυκίνη έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως από τη δεκαετία του 1990 για τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων. Η χρήση της έχει συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση αναπνευστικών λοιμώξεων, δερματικών λοιμώξεων και στη θεραπεία του πεπτικού έλκους που οφείλεται στο Helicobacter pylori. Η διαθεσιμότητα της κλαριθρομυκίνης σε διάφορες φαρμακοτεχνικές μορφές (δισκία, πόσιμο εναιώρημα, ενδοφλέβια μορφή) έχει διευκολύνει τη χρήση της σε διάφορες κλινικές καταστάσεις και πληθυσμιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των ηλικιωμένων. Η φαρμακοεπαγρύπνηση στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, παρακολουθεί την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της κλαριθρομυκίνης μετά την κυκλοφορία της.

Συνοπτικά για την κλαριθρομυκίνη

Η κλαριθρομυκίνη (φάρμακο MACLADIN) είναι ένα ημισυνθετικό μακρολιδικό αντιβιοτικό ευρέος φάσματος, που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων του αναπνευστικού (άνω και κάτω), του δέρματος και των μαλακών μορίων, καθώς και για την εκρίζωση του Helicobacter pylori σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στα μακρολίδια και σε αυτούς που λαμβάνουν ορισμένα φάρμακα (π.χ. σιζαπρίδη, πιμοζίδη). Οι συχνότερες παρενέργειες αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία, έμετος, διάρροια). Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, καθώς και σε ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους. Η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με την ένδειξη, τη βαρύτητα της λοίμωξης και την ηλικία. Η λήψη του φαρμάκου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού, ενώ η φαρμακοεπαγρύπνηση είναι απαραίτητη για την παρακολούθηση της ασφάλειάς του.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

Βιβλιογραφία

  • Della-Negra, O., Bastos, M. C., Bru-Adan, V., et al. (2025). Temporal dynamics of the soil resistome and microbiome irrigated with treated wastewater containing clarithromycin. Environmental Pollution, 375, 124089.
  • Giamarellos-Bourboulis, E. J., Siampanos, A., et al. (2024). Clarithromycin for early anti-inflammatory responses in community-acquired pneumonia in Greece (ACCESS): a randomised, double-blind, placebo-controlled trial. The Lancet Respiratory Medicine, 12(3), 203–212. 
  • Kouhsari, E., Sadeghifard, N., Khadiv, A., et al. (2022). Heteroresistance to clarithromycin and metronidazole in patients with a Helicobacter pylori infection: a systematic review and meta-analysis. Annals of Clinical Microbiology and Antimicrobials, 21(1), 15.
  • Zhang, Z., He, J., Liang, Y., et al. (2024). Adverse events associated with azithromycin and clarithromycin in adults aged≥ 65: a disproportionality analysis of the FDA Adverse Event Reporting System …. Expert Opinion on Drug Safety, 1–9.

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.