Τι είναι το Ceclor;
Το Ceclor είναι ένα αντιβιοτικό φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των ημισυνθετικών κεφαλοσπορινών δεύτερης γενιάς και προορίζεται για από του στόματος χορήγηση. Η δραστική ουσία του φαρμάκου είναι η κεφακλόρη (cefaclor), η οποία διατίθεται και με άλλες εμπορικές ονομασίες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Η κεφακλόρη χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα σε αυτήν βακτήρια. Τέτοιες λοιμώξεις μπορεί να περιλαμβάνουν λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, του δέρματος, των μαλακών μορίων και του ουροποιητικού συστήματος. Η κεφακλόρη (Ceclor) ανήκει στην θεραπευτική κατηγορία των αντιβιοτικών για συστηματική χορήγηση και, πιο συγκεκριμένα, στις κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς (ανατομική/θεραπευτική/χημική ταξινόμηση: J01DC04). Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφακλόρης οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων. Όπως αναφέρουν οι Joo και συνεργάτες, η κεφακλόρη ενδέχεται να επηρεάσει την εντερική χλωρίδα. Συγκεκριμένα, η μελέτη τους έδειξε ότι η κεφακλόρη θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο για κατάθλιψη λόγω της αλλοίωσης της ισορροπίας των βακτηρίων του εντέρου.
Ενδείξεις για το Ceclor
Το Ceclor (κεφακλόρη) ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα βακτήρια. Αυτές οι λοιμώξεις μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος: Φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ωτίτιδα.
- Λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος: Οξεία βρογχίτιδα, παροξύνσεις χρόνιας βρογχίτιδας, πνευμονία.
- Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων: Δοθιήνωση, κυτταρίτιδα, μολυσματικό κηρίο.
- Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος: Κυστίτιδα, πυελονεφρίτιδα.
Προφυλάξεις
Πριν από τη λήψη κεφακλόρης, είναι σημαντικό να ενημερωθεί ο ιατρός για τυχόν προϋπάρχουσες παθήσεις, όπως αλλεργίες (ιδιαίτερα σε πενικιλίνες ή άλλες κεφαλοσπορίνες), νεφρική νόσο ή ιστορικό γαστρεντερικών προβλημάτων (ιδιαίτερα κολίτιδας). Η χορήγηση της κεφακλόρης μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε ορισμένες εργαστηριακές εξετάσεις για τη μέτρηση γλυκόζης στα ούρα. Ozturk και U. GÜVEN μελέτησαν τη σταθερότητα σκευασμάτων κεφακλόρης. Η παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της κεφακλόρης, μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των μυκήτων.
Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους
- Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να παρουσιάζουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, η οποία μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης της κεφακλόρης.
- Παιδιά: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κεφακλόρης σε βρέφη ηλικίας κάτω του ενός μηνός δεν έχουν τεκμηριωθεί. Η δοσολογία για τα παιδιά βασίζεται στο σωματικό βάρος.
- Εγκυμοσύνη και θηλασμός: Η κεφακλόρη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν είναι απολύτως απαραίτητο και κατόπιν ιατρικής συμβουλής. Η κεφακλόρη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα, επομένως απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση σε θηλάζουσες μητέρες.
Παρενέργειες
Η κεφακλόρη (Ceclor), όπως και όλα τα φάρμακα, μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες (παρενέργειες), αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ασθενείς. Οι πιο συχνές παρενέργειες αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα και περιλαμβάνουν:
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετο
- Κοιλιακό άλγος
Λιγότερο συχνές παρενέργειες μπορεί να είναι:
- Αλλεργικές αντιδράσεις (όπως δερματικό εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση)
- Αιματολογικές διαταραχές (όπως μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων)
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Κολίτιδα (φλεγμονή του εντέρου)
Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλαξία), οι οποίες απαιτούν άμεση ιατρική φροντίδα. Όπως τονίζουν οι Yu και YI Koh, η διάγνωση της αναφυλαξίας που προκαλείται από την κεφακλόρη είναι σημαντική.
Δοσολογία και Χορήγηση
Η δοσολογία της κεφακλόρης εξαρτάται από το είδος και τη βαρύτητα της λοίμωξης, την ηλικία και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς. Η συνήθης δοσολογία για ενήλικες είναι 250mg έως 500mg κάθε 8 ώρες ή 375mg έως 750mg (για δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης) κάθε 12 ώρες. Για παιδιά, η δοσολογία υπολογίζεται με βάση το σωματικό βάρος. Η κεφακλόρη μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή, αλλά η λήψη με τροφή μπορεί να μειώσει την πιθανότητα γαστρεντερικών ενοχλήσεων.
Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση Ceclor;
Εάν παραλειφθεί μια δόση, θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις γίνει αντιληπτό. Ωστόσο, εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, η δόση που παραλείφθηκε θα πρέπει να παραληφθεί και να συνεχιστεί το κανονικό δοσολογικό σχήμα. Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για να αναπληρωθεί η δόση που παραλείφθηκε.
Υπερδοσολογία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με κεφακλόρη, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και επιληπτικές κρίσεις. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία με κεφακλόρη. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως υποστηρικτική και μπορεί να περιλαμβάνει πρόκληση εμέτου ή πλύση στομάχου, καθώς και χορήγηση ενεργού άνθρακα για τη μείωση της απορρόφησης του φαρμάκου. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί αιμοκάθαρση.
Αλληλεπιδράσεις
Η κεφακλόρη (Ceclor) μπορεί να αλληλεπιδράσει με ορισμένα άλλα φάρμακα, επηρεάζοντας τη δράση τους ή αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Είναι σημαντικό να ενημερώνεται ο ιατρός ή ο φαρμακοποιός για όλα τα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής, συμπεριλαμβανομένων των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, των φυτικών σκευασμάτων και των συμπληρωμάτων διατροφής.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου
Η συγχορήγηση κεφακλόρης με αντιπηκτικά φάρμακα (όπως η βαρφαρίνη) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Η προβενεσίδη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας, μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της κεφακλόρης στο αίμα, παρατείνοντας τη δράση της. Η συγχορήγηση με αμινογλυκοσίδες (ένα άλλο είδος αντιβιοτικών) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας. Η χορήγηση αντιόξινων που περιέχουν μαγνήσιο ή αλουμίνιο μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της κεφακλόρης από το γαστρεντερικό σύστημα, μειώνοντας την αποτελεσματικότητά της.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής
Η κεφακλόρη μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Η λήψη με τροφή μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των γαστρεντερικών ενοχλήσεων, όπως η ναυτία και ο έμετος, ωστόσο, δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση του φαρμάκου. Δεν είναι γνωστές σημαντικές αλληλεπιδράσεις με συγκεκριμένα τρόφιμα.
Φύλαξη Φαρμάκου
Το Ceclor πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου, μακριά από υγρασία και θερμότητα. Τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης δεν πρέπει να θρυμματίζονται ή να μασώνται. Το πόσιμο εναιώρημα πρέπει να φυλάσσεται στο ψυγείο μετά την ανασύσταση και να χρησιμοποιείται εντός 14 ημερών. Όλα τα φάρμακα πρέπει να φυλάσσονται μακριά από παιδιά. Σχετικά με την ποικιλομορφία στη φαρμακοκινητική της κεφακλόρης, πραγματοποιήθηκε ανάλυση βασισμένη στη δομή, όπως αυτή παρουσιάστηκε από τους Jang και Jeong.
Ανάλυση Δραστικής Ουσίας
Η δραστική ουσία του Ceclor, η κεφακλόρη, είναι μια ημισυνθετική κεφαλοσπορίνη δεύτερης γενιάς. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα παράγωγο της κεφαλοσπορίνης C, μιας φυσικής ουσίας που παράγεται από τον μύκητα Cephalosporium acremonium, η οποία έχει υποστεί χημικές τροποποιήσεις για να βελτιωθούν οι φαρμακολογικές της ιδιότητες. Η κεφακλόρη, όπως και άλλες κεφαλοσπορίνες, δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος. Συγκεκριμένα, δεσμεύεται σε ειδικές πρωτεΐνες (πρωτεΐνες δέσμευσης πενικιλλίνης – PBPs) που είναι απαραίτητες για τη σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης, ενός βασικού συστατικού του κυτταρικού τοιχώματος. Αυτή η δέσμευση οδηγεί σε αποδυνάμωση του κυτταρικού τοιχώματος και τελικά στον θάνατο του βακτηρίου (βακτηριοκτόνος δράση). Η κεφακλόρη παρουσιάζει in vitro δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων.
Αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα της κεφακλόρης έχει τεκμηριωθεί σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων του αναπνευστικού, του δέρματος και του ουροποιητικού συστήματος. Η κεφακλόρη θεωρείται γενικά αποτελεσματική έναντι των κοινών παθογόνων που προκαλούν αυτές τις λοιμώξεις, όπως ο Streptococcus pneumoniae, ο Haemophilus influenzae, ο Staphylococcus aureus και ο Escherichia coli. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το συγκεκριμένο παθογόνο, τη βαρύτητα της λοίμωξης και την τοπική αντοχή στα αντιβιοτικά. Εργαστηριακές δοκιμές ευαισθησίας (αντιβιόγραμμα) μπορούν να βοηθήσουν στον καθορισμό της καταλληλότητας της κεφακλόρης για τη θεραπεία μιας συγκεκριμένης λοίμωξης. Οι Chen και συνεργάτες διερεύνησαν τη χρήση της κεφακλόρης για την επεξεργασία φαρμακευτικών λυμάτων.
Πρόσθετες Σημαντικές Πληροφορίες
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η κεφακλόρη, όπως και όλα τα αντιβιοτικά, πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων και όχι για ιογενείς λοιμώξεις, όπως το κοινό κρυολόγημα ή η γρίπη. Η ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη ανθεκτικών βακτηρίων, καθιστώντας τις λοιμώξεις πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν.
Ανάπτυξη Ανθεκτικότητας
Η υπερβολική και ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της κεφακλόρης, συμβάλλει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας των βακτηρίων. Τα βακτήρια μπορούν να αναπτύξουν μηχανισμούς που τα καθιστούν ανθεκτικά στη δράση των αντιβιοτικών, μειώνοντας την αποτελεσματικότητά τους. Αυτό αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας, καθώς οι λοιμώξεις που προκαλούνται από ανθεκτικά βακτήρια είναι πιο δύσκολο να θεραπευτούν και μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα. Είναι σημαντικό να ακολουθούνται οι οδηγίες του ιατρού σχετικά με τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας και να μην χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά χωρίς ιατρική συνταγή.
Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες
Πριν από την έγκριση της κεφακλόρης (Ceclor) για κλινική χρήση, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες προκλινικές και κλινικές μελέτες. Οι προκλινικές μελέτες περιλαμβάνουν in vitro δοκιμές (σε εργαστηριακό περιβάλλον) για την αξιολόγηση της αντιμικροβιακής δράσης της κεφακλόρης έναντι διαφόρων βακτηριακών στελεχών, καθώς και in vivo δοκιμές (σε ζώα) για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής (απορρόφηση, κατανομή, μεταβολισμός και απέκκριση) και της τοξικότητας του φαρμάκου. Οι κλινικές μελέτες, από την άλλη πλευρά, διεξάγονται σε ανθρώπους και διακρίνονται σε διάφορες φάσεις (Φάση Ι, Φάση ΙΙ, Φάση ΙΙΙ) με στόχο την αξιολόγηση της ασφάλειας, της αποτελεσματικότητας και της βέλτιστης δοσολογίας της κεφακλόρης σε διάφορες κλινικές καταστάσεις (π.χ., λοιμώξεις του αναπνευστικού, λοιμώξεις του δέρματος). Αυτές οι μελέτες περιλαμβάνουν ελεγχόμενες δοκιμές, όπου η κεφακλόρη συγκρίνεται με άλλα αντιβιοτικά ή με εικονικό φάρμακο (placebo) για να προσδιοριστεί η σχετική της αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
Μετεγκριτικές Μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά Χαρακτηριστικά
Μετά την κυκλοφορία ενός φαρμάκου στην αγορά, συνεχίζεται η παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του μέσω μετεγκριτικών μελετών και συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης. Η φαρμακοεπαγρύπνηση περιλαμβάνει τη συλλογή, ανάλυση και αξιολόγηση αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών (παρενεργειών) που σχετίζονται με τη χρήση του φαρμάκου. Αυτές οι πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό σπάνιων ή απρόβλεπτων παρενεργειών που μπορεί να μην είχαν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της κεφακλόρης περιλαμβάνουν την ταχεία απορρόφησή της μετά από του στόματος χορήγηση, με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται εντός 30-60 λεπτών. Η κεφακλόρη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και τα υγρά του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των αμυγδαλών και των ούρων. Ο χρόνος ημιζωής της κεφακλόρης (ο χρόνος που απαιτείται για να μειωθεί η συγκέντρωσή της στο πλάσμα στο μισό) είναι περίπου 1 ώρα. Η κεφακλόρη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα. Ερευνητές, όπως οι MK Joo και οι συνεργάτες, συνεχίζουν να μελετούν τις επιδράσεις της κεφακλόρης, συμπεριλαμβανομένων και πιθανών επιπτώσεων στη διάθεση μέσω αλλαγών στην εντερική χλωρίδα (Nature, 2023).
Συγκριτική Αποτελεσματικότητα
Η κεφακλόρη (Ceclor), ως κεφαλοσπορίνη δεύτερης γενιάς, έχει συγκριθεί σε κλινικές μελέτες με άλλα αντιβιοτικά, τόσο εντός της ίδιας κατηγορίας (άλλες κεφαλοσπορίνες) όσο και με αντιβιοτικά άλλων κατηγοριών (π.χ., πενικιλίνες, μακρολίδες). Η συγκριτική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από το συγκεκριμένο παθογόνο, τη βαρύτητα της λοίμωξης και την τοπική αντοχή στα αντιβιοτικά. Σε γενικές γραμμές, η κεφακλόρη έχει δείξει παρόμοια αποτελεσματικότητα με άλλα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται συνήθως για τις ίδιες ενδείξεις. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η επιλογή του κατάλληλου αντιβιοτικού θα πρέπει να βασίζεται σε κατευθυντήριες οδηγίες, στα αποτελέσματα του αντιβιογράμματος (εάν είναι διαθέσιμο) και στην κλινική κρίση του ιατρού.
Συστηματικές Ανασκοπήσεις και Μετα-αναλύσεις
Οι συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη σύνθεση των διαθέσιμων ερευνητικών δεδομένων σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια ενός φαρμάκου. Αυτές οι μελέτες συγκεντρώνουν και αναλύουν δεδομένα από πολλαπλές κλινικές δοκιμές, παρέχοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της δράσης του φαρμάκου. Αν και δεν υπάρχουν πρόσφατες συστηματικές ανασκοπήσεις ή μετα-αναλύσεις που να επικεντρώνονται αποκλειστικά στην κεφακλόρη, το φάρμακο έχει συμπεριληφθεί σε ευρύτερες ανασκοπήσεις που αξιολογούν την αποτελεσματικότητα των κεφαλοσπορινών ή των αντιβιοτικών γενικότερα για συγκεκριμένες λοιμώξεις. Τα αποτελέσματα αυτών των ανασκοπήσεων μπορούν να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για τη θέση της κεφακλόρης στη θεραπευτική φαρέτρα.
Τρέχουσες Ερευνητικές Κατευθύνσεις και Μελλοντικές Προοπτικές
Η έρευνα σχετικά με την κεφακλόρη συνεχίζεται, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με νεότερα αντιβιοτικά. Οι τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τη μελέτη της ανθεκτικότητας των βακτηρίων στην κεφακλόρη, την ανάπτυξη νέων φαρμακοτεχνικών μορφών για βελτιωμένη χορήγηση και τη διερεύνηση πιθανών νέων χρήσεων του φαρμάκου. Μελλοντικές προοπτικές μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάπτυξη συνδυαστικών θεραπειών με κεφακλόρη και άλλα αντιμικροβιακά φάρμακα για την αντιμετώπιση πολυανθεκτικών λοιμώξεων. Η ανάπτυξη νέων διαγνωστικών εργαλείων για την ταχεία ανίχνευση της ευαισθησίας των βακτηρίων στην κεφακλόρη θα μπορούσε επίσης να βελτιώσει τη στοχευμένη χρήση του φαρμάκου. Επιπρόσθετα, ερευνητές όπως οι JH Jang και SH Jeong μελετούν τις φαρμακοκινητικές παραλλαγές της κεφακλόρης σε σχέση με γενετικούς πολυμορφισμούς, συμβάλλοντας στην εξατομικευμένη προσέγγιση της θεραπείας (MDPI, 2024).
Ιστορία του Φαρμάκου
Η κεφακλόρη, μια ημισυνθετική κεφαλοσπορίνη δεύτερης γενιάς, αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1970. Η πρώτη σύνθεση της κεφακλόρης έγινε από την Eli Lilly and Company. Η κεφακλόρη εγκρίθηκε για πρώτη φορά για ιατρική χρήση στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979. Αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προόδου στη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων, προσφέροντας ένα ευρύτερο φάσμα δράσης σε σύγκριση με τις κεφαλοσπορίνες πρώτης γενιάς και βελτιωμένη αντοχή σε ορισμένα βακτηριακά ένζυμα (β-λακταμάσες) που απενεργοποιούν άλλα αντιβιοτικά.
Στην Ελλάδα, η κεφακλόρη κυκλοφόρησε και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων, ακολουθώντας τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες και τις τοπικές ανάγκες. Η φαρμακευτική ουσία έχει συμβάλει στην αντιμετώπιση λοιμώξεων του αναπνευστικού, του δέρματος και του ουροποιητικού συστήματος στον ελληνικό πληθυσμό, αποτελώντας για χρόνια ένα χρήσιμο εργαλείο στην κλινική πράξη. Η διαθεσιμότητα της κεφακλόρης, τόσο σε μορφή καψακίων όσο και σε πόσιμο εναιώρημα, διευκόλυνε τη χορήγηση σε διάφορες ηλικιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών.
Συνοπτικά για την Κεφακλόρη (Ceclor)
Η κεφακλόρη (φάρμακο Ceclor) είναι ένα αντιβιοτικό που ανήκει στις κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων. Είναι αποτελεσματική έναντι λοιμώξεων του αναπνευστικού, του δέρματος και του ουροποιητικού συστήματος. Οι αντενδείξεις περιλαμβάνουν γνωστή υπερευαισθησία στην κεφακλόρη ή σε άλλες κεφαλοσπορίνες. Συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν γαστρεντερικές διαταραχές (διάρροια, ναυτία, έμετος), ενώ σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε πενικιλίνες, νεφρική δυσλειτουργία ή ιστορικό κολίτιδας. Η δοσολογία προσαρμόζεται ανάλογα με την ηλικία, το βάρος και τη νεφρική λειτουργία. Η λήψη γίνεται από το στόμα, με ή χωρίς τροφή. Η υπερδοσολογία αντιμετωπίζεται υποστηρικτικά. Η αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα, όπως αντιπηκτικά και προβενεσίδη, χρήζει προσοχής.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.
Βιβλιογραφία
- Chen, Y., Teng, C., Tang, Z., Huang, Q., Zhang, L., … & Huang, Y. (2025). In-situ preparation of II & S-type hybrid heterojunction Ag2MoO4/AgCl/SiC photocatalyst from waste photovoltaic silicon for cefaclor and pharmaceutical wastewater treatment. Separation and Purification Technology, 126052.
- Jang, J. H., & Jeong, S. H. (2024). Structure-Based Analysis of Cefaclor Pharmacokinetic Diversity According to Human Peptide Transporter-1 Genetic Polymorphism. International Journal of Molecular Sciences, 25(13), 6880.
- Joo, M. K., Shin, Y. J., & Kim, D. H. (2023). Cefaclor causes vagus nerve-mediated depression-like symptoms with gut dysbiosis in mice. Scientific Reports, 13(1), 15839.
- Ozturk, A., & GÜVEN, U. (2019). Cefaclor monohydrate loaded microemulsion formulation for topical application: Characterization with new developed UPLC method and stability study. Journal of Research in Pharmacy, 23(6), 1225-1238.
- Yu, J. E., & Koh, Y. I. (2025). Diagnostic accuracy of skin test in patients with cefaclor-induced anaphylaxis. The Journal of Allergy and Clinical Immunology: In Practice.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι είναι το φάρμακο Ceclor;
Το Ceclor είναι ένα συνταγογραφούμενο αντιβιοτικό φάρμακο, του οποίου η δραστική ουσία είναι η κεφακλόρη. Ανήκει στην κατηγορία των κεφαλοσπορινών δεύτερης γενιάς και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων. Η χορήγησή του γίνεται μόνο με ιατρική συνταγή και παρακολούθηση. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας.
Ποιες είναι οι συχνότερες παρενέργειες του Ceclor;
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του Ceclor αφορούν κυρίως το γαστρεντερικό σύστημα. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν συμπτώματα όπως διάρροια, ναυτία, έμετο και κοιλιακό άλγος. Είναι σημαντικό να ενημερώσετε τον γιατρό σας εάν εμφανίσετε οποιαδήποτε παρενέργεια. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας.
Μπορώ να πάρω Ceclor αν είμαι έγκυος;
Η χρήση του Ceclor κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να γίνεται μόνο εάν κρίνεται απολύτως απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό. Θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά τα πιθανά οφέλη έναντι των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας.
Τι πρέπει να κάνω αν παραλείψω μια δόση Ceclor;
Εάν ξεχάσετε μια δόση Ceclor, πάρτε την αμέσως μόλις το θυμηθείτε. Εάν, ωστόσο, πλησιάζει η ώρα για την επόμενη προγραμματισμένη δόση, παραλείψτε τη δόση που ξεχάσατε. Συνεχίστε κανονικά, μην διπλασιάζετε. Για οποιαδήποτε απορία, συμβουλευτείτε τον γιατρό σας.
Πώς αλληλεπιδρά το Ceclor με άλλα φάρμακα;
Το Ceclor ενδέχεται να αλληλεπιδράσει με ορισμένα φάρμακα, όπως τα αντιπηκτικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας, ή με την προβενεσίδη, επηρεάζοντας τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα. Γι' αυτό, ενημερώστε τον γιατρό σας για όλα τα φάρμακα που λαμβάνετε. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας.