Ναλοξόνη (Naloxone): Παρενέργειες | Ενδείξεις | Πληροφορίες

Η ναλοξόνη (naloxone) χρησιμοποιείται για την αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών.
Η ναλοξόνη χρησιμοποιείται για την αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών.

Τι είναι η Ναλοξόνη;

Η ναλοξόνη (Naloxone/B. Braun) είναι ένα ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης και ειδικευμένος ανταγωνιστής οπιοειδών, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση της υπερβολικής δόσης οπιοειδών, όπως η ηρωίνη, η μορφίνη και η φαιντανύλη. Η ναλοξόνη κυκλοφορεί με πολλές εμπορικές ονομασίες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Χορηγείται για την ταχεία αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής του αναπνευστικού, της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος και της υπότασης.

Το φάρμακο, με ενεργό συστατικό την υδροχλωρική ναλοξόνη (NALOXONE HYDROCHLORIDE – F850569PQR), ανήκει στην θεραπευτική κατηγορία των αντιδότων (Ανατομική/θεραπευτική/χημική (ATC) ταξινόμηση: V03AB15). Χημικά, πρόκειται για N-αλλυλο-νορ-οξυμορφόνη. Ο μηχανισμός δράσης της έγκειται στον ανταγωνισμό με τους αγωνιστές οπιοειδών στους υποδοχείς οπιοειδών του εγκεφάλου, με τους οποίους παρουσιάζει πολύ υψηλή χημική συγγένεια. Με αυτόν τον τρόπο, η ναλοξόνη εκτοπίζει τα οπιοειδή από τους υποδοχείς, αναστρέφοντας τις επιδράσεις τους. Μπορεί επίσης να αντιστρέψει τις ψυχομιμητικές και δυσφορικές επιδράσεις αγωνιστών-ανταγωνιστών, όπως η πενταζοκίνη. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε απουσία οπιοειδών, η ναλοξόνη δεν παρουσιάζει ουσιαστικά καμία φαρμακολογική δράση. Η ναλοξόνη συντέθηκε το 1960 από τους Fishman και Lewenstein (Saari et al., 2024).

Ενδείξεις για την Ναλοξόνη

Η ναλοξόνη ενδείκνυται κυρίως για την πλήρη ή μερική αναστροφή της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος και ειδικότερα της αναπνευστικής καταστολής, η οποία προκαλείται από φυσικά ή συνθετικά οπιοειδή. Επίσης, χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της υποψίας οξείας υπερδοσολογίας οπιοειδών ή δηλητηρίασης. Η ναλοξόνη μπορεί να είναι χρήσιμη και ως συμπληρωματικός παράγοντας για την αντιμετώπιση της σηπτικής καταπληξίας (shock). Μια έρευνα (Puri et al., 2021) διερεύνησε τη δυνατότητα διαδερμικής χορήγησης υδροχλωρικής ναλοξόνης μέσω μικροβελόνων, με στόχο τη βελτίωση της διαπερατότητας του δέρματος από τη ναλοξόνη, ως μια εναλλακτική μέθοδο για τη θεραπεία της υπερβολικής δόσης οπιοειδών.

Προφυλάξεις

Η ναλοξόνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι έχουν σωματική εξάρτηση από οπιοειδή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απότομη αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών μπορεί να προκαλέσει οξύ στερητικό σύνδρομο. Επίσης, η διάρκεια δράσης ορισμένων οπιοειδών ενδέχεται να υπερβαίνει εκείνη της ναλοξόνης, με αποτέλεσμα την επανεμφάνιση της αναπνευστικής καταστολής. Συνεπώς, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά και να χορηγούνται επαναλαμβανόμενες δόσεις ναλοξόνης, εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο ή ασθενείς που λαμβάνουν δυνητικά καρδιοτοξικά φάρμακα, απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς σοβαρές καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κοιλιακή ταχυκαρδία και μαρμαρυγή, έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση ναλοξόνης.

Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους

  • Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της ναλοξόνης, λόγω πιθανών συνυπαρχουσών παθήσεων και μειωμένης ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης και στενή παρακολούθηση.
  • Παιδιά: Η ναλοξόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά και νεογνά για την αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών. Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το σωματικό βάρος.
  • Εγκυμοσύνη: Η ναλοξόνη διαπερνά τον πλακούντα. Σε μελέτη (Fanning et al., 2025) εξετάστηκαν οι πλακουντιακές οδοί σε μια περίπτωση χρήσης βουπρενορφίνης-ναλοξόνης για διαταραχή χρήσης οπιοειδών και σχετική παθολογία του πλακούντα. Η χορήγηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να γίνεται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από τον θεράποντα ιατρό, σταθμίζοντας τα οφέλη και τους κινδύνους.

Παρενέργειες

Η ναλοξόνη, αν και γενικά ασφαλής, μπορεί να προκαλέσει ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι συχνότερες παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, εφίδρωση, ταχυκαρδία, υπέρταση ή υπόταση, και τρέμουλο. Σε ασθενείς με εξάρτηση από οπιοειδή, η απότομη αναστροφή των επιδράσεων μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο στέρησης, με συμπτώματα όπως ανησυχία, ευερεθιστότητα, δακρύρροια, ρινόρροια, μυϊκούς πόνους, κράμπες στην κοιλιά και διάρροια. Σπανιότερα, έχουν αναφερθεί σοβαρότερες αντιδράσεις, όπως πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανακοπή και επιληπτικές κρίσεις, ιδίως σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιαγγειακές παθήσεις. Η εμφάνιση και η σοβαρότητα των παρενεργειών μπορεί να εξαρτώνται από τη δόση της ναλοξόνης και την ταχύτητα χορήγησης. Σε έρευνα των A. Cipriano et al. (2025) συγκρίθηκαν οι τρεις θεραπείες: ναλμεφαίνη HCl 1 mg ενδομυϊκά, ναλοξόνη HCl 2 mg ενδομυϊκά και ναλοξόνη HCl 2 mg ενδορρινικά.

Δοσολογία και χορήγηση

Η δοσολογία της ναλοξόνης εξαρτάται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς και τον βαθμό της αναπνευστικής καταστολής. Η ναλοξόνη χορηγείται συνήθως ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς ή υποδορίως. Σε επείγουσες καταστάσεις, η ενδοφλέβια οδός είναι η προτιμώμενη, καθώς επιτρέπει την ταχύτερη έναρξη δράσης. Η αρχική δόση για ενήλικες είναι συνήθως 0,4 mg έως 2 mg, η οποία μπορεί να επαναληφθεί ανά 2-3 λεπτά, εάν δεν επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, έως και 10mg συνολικά. Σε παιδιά, η αρχική δόση είναι 0,01 mg/kg σωματικού βάρους.

Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση ναλοξόνης;

Η ναλοξόνη χρησιμοποιείται συνήθως σε επείγουσες καταστάσεις για την αντιμετώπιση της υπερβολικής δόσης οπιοειδών και δεν χορηγείται σε τακτική βάση. Επομένως, η έννοια της “παράλειψης δόσης” δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή. Ωστόσο, εάν η αναπνευστική καταστολή επανεμφανιστεί, θα πρέπει να χορηγηθεί εκ νέου ναλοξόνη, σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

Υπερδοσολογία

Η υπερδοσολογία με ναλοξόνη είναι σπάνια, καθώς το φάρμακο έχει ευρύ θεραπευτικό εύρος. Ωστόσο, σε εξαιρετικά υψηλές δόσεις, η ναλοξόνη μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την υπερδοσολογία ναλοξόνης. Σε πρόσφατη έρευνα (H Aldawod et al., 2025) παρουσιάζεται ένα νέο και απλό προφάρμακο ναλοξόνης.

Αλληλεπιδράσεις

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου

Η ναλοξόνη, ως ανταγωνιστής των οπιοειδών, αλληλεπιδρά κυρίως με φάρμακα που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Η ταυτόχρονη χορήγηση ναλοξόνης με οπιοειδή αναλγητικά (π.χ. μορφίνη, φαιντανύλη, κωδεΐνη) μειώνει ή καταργεί την αναλγητική τους δράση. Επίσης, η ναλοξόνη μπορεί να προκαλέσει οξύ στερητικό σύνδρομο σε άτομα με σωματική εξάρτηση από οπιοειδή. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η ναλοξόνη χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που μπορούν να επηρεάσουν το καρδιαγγειακό σύστημα, όπως β-αποκλειστές ή ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου, καθώς έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρών καρδιαγγειακών επιπλοκών. Η κλινική σημασία αυτών των αλληλεπιδράσεων εξαρτάται από τη δόση και τη διάρκεια χρήσης των οπιοειδών, καθώς και από τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής

Δεν έχουν αναφερθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ναλοξόνης και τροφίμων. Η απορρόφηση της ναλοξόνης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο στομάχι, όταν χορηγείται παρεντερικά (ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς ή υποδορίως).

Φύλαξη φαρμάκου

Το ενέσιμο διάλυμα ναλοξόνης πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου, προστατευμένο από το φως. Δεν πρέπει να καταψύχεται. Το φάρμακο πρέπει να φυλάσσεται μακριά από παιδιά. Μετά το πρώτο άνοιγμα, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν παρατηρηθεί αποχρωματισμός, θόλωση ή ιζήματα στο διάλυμα, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Να ελέγχεται η ημερομηνία λήξης πριν από τη χρήση, η μελέτη των Saari και συνεργατών (2024) παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κλινική φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της ναλοξόνης.

Ανάλυση Δραστικής Ουσίας

Η δραστική ουσία της ναλοξόνης είναι η υδροχλωρική ναλοξόνη, ένα ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης. Η χημική της ονομασία είναι 17-Αλλυλ-4,5α-εποξυ-3,14-διυδροξυμορφιναν-6-όνη υδροχλωρική. Η υδροχλωρική ναλοξόνη δρα ως ειδικός ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων, δεσμευόμενη με υψηλή συγγένεια σε αυτούς τους υποδοχείς στον εγκέφαλο και σε άλλα μέρη του σώματος, χωρίς όμως να τους ενεργοποιεί. Αυτή η δράση της έχει ως αποτέλεσμα την εκτόπιση των οπιοειδών από τους υποδοχείς, αναστρέφοντας έτσι τις επιδράσεις τους, όπως η αναπνευστική καταστολή, η καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και η αναλγησία. Η ναλοξόνη έχει ταχεία έναρξη δράσης όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, με τα αποτελέσματα να είναι συνήθως εμφανή μέσα σε 1-2 λεπτά. Η διάρκεια δράσης της είναι σχετικά σύντομη, κυμαινόμενη από 1 έως 4 ώρες, ανάλογα με τη δόση και την οδό χορήγησης.

Αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα της ναλοξόνης στην αναστροφή της υπερβολικής δόσης οπιοειδών είναι καλά τεκμηριωμένη και θεωρείται σωτήρια. Η ταχεία χορήγηση ναλοξόνης μπορεί να αποκαταστήσει την αναπνευστική λειτουργία και να αποτρέψει τον θάνατο σε άτομα που έχουν λάβει υπερβολική δόση οπιοειδών. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της ναλοξόνης μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες, όπως η δόση και ο τύπος του οπιοειδούς που έχει ληφθεί, η παρουσία άλλων ουσιών, καθώς και η ατομική ευαισθησία του ασθενούς. Σε περιπτώσεις υπερβολικής δόσης με ισχυρά οπιοειδή μακράς δράσης, όπως η μεθαδόνη, μπορεί να απαιτηθούν επαναλαμβανόμενες δόσεις ναλοξόνης για τη διατήρηση της αναπνευστικής λειτουργίας. Η εργασία των Puri et al. (2021), εστιάζει στη βελτίωση της διαδερμικής χορήγησης της ναλοξόνης.

Πρόσθετες σημαντικές πληροφορίες

Η ναλοξόνη δεν είναι αποτελεσματική έναντι καταστολής που προκαλείται από ουσίες που δεν είναι οπιοειδή, όπως βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες ή αλκοόλ. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ναλοξόνη δεν αποτελεί θεραπεία για την εξάρτηση από οπιοειδή. Μετά την αναστροφή της υπερβολικής δόσης, ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε κατάλληλες υπηρεσίες για τη διαχείριση της εξάρτησης. Η ευρεία διάθεση της ναλοξόνης σε άτομα που διατρέχουν κίνδυνο υπερβολικής δόσης οπιοειδών, καθώς και στους οικείους τους, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα από οπιοειδή.

Ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Δεν υπάρχει ένδειξη ανάπτυξης ανθεκτικότητας στη ναλοξόνη. Η ναλοξόνη παραμένει αποτελεσματική στην αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών, ακόμη και μετά από επαναλαμβανόμενη χρήση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ναλοξόνη δρα ως ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων και δεν τους ενεργοποιεί, οπότε δεν προκαλεί τις φυσιολογικές προσαρμογές που οδηγούν στην ανάπτυξη ανοχής στα οπιοειδή.

Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες

Οι προκλινικές μελέτες σε ζώα έχουν επιβεβαιώσει την ικανότητα της ναλοξόνης να ανταγωνίζεται τις επιδράσεις των οπιοειδών στους υποδοχείς μ, δ και κ. Αυτές οι μελέτες έδειξαν ότι η ναλοξόνη αναστέλλει δοσοεξαρτώμενα την αναλγητική δράση, την αναπνευστική καταστολή και τις άλλες επιδράσεις των οπιοειδών στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Πολλαπλές κλινικές μελέτες σε ανθρώπους έχουν τεκμηριώσει την αποτελεσματικότητα της ναλοξόνης στην αναστροφή της υπερβολικής δόσης οπιοειδών. Αυτές οι μελέτες έχουν δείξει ότι η ενδοφλέβια χορήγηση ναλοξόνης οδηγεί σε ταχεία βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας και του επιπέδου συνείδησης σε ασθενείς με αναπνευστική καταστολή που προκαλείται από οπιοειδή. Οι κλινικές δοκιμές έχουν επίσης αξιολογήσει τη χρήση της ναλοξόνης σε διάφορες κλινικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της μετεγχειρητικής αναλγησίας, της σηπτικής καταπληξίας και της διαχείρισης του κνησμού που σχετίζεται με οπιοειδή. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών ήταν ποικίλα και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να καθοριστεί ο ρόλος της ναλοξόνης σε αυτές τις καταστάσεις.

Μετεγκριτικές μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά

Μετά την έγκριση της ναλοξόνης, έχουν διεξαχθεί πολυάριθμες μετεγκριτικές μελέτες και προγράμματα φαρμακοεπαγρύπνησης για την παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς της σε πραγματικές συνθήκες χρήσης. Αυτές οι μελέτες έχουν επιβεβαιώσει το ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας της ναλοξόνης, με τις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες να είναι ναυτία, έμετος και συμπτώματα στέρησης οπιοειδών. Σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών καρδιαγγειακών επιπλοκών έχουν αναφερθεί, κυρίως σε ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιακή νόσο. Όσον αφορά τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά, η ναλοξόνη απορροφάται ταχέως μετά από ενδοφλέβια, ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ναλοξόνης στο πλάσμα είναι σχετικά σύντομος, κυμαινόμενος από 30 έως 81 λεπτά. Η ναλοξόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ με γλυκουρονιδίωση και απεκκρίνεται στα ούρα.

Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στην ανάπτυξη νέων μορφών χορήγησης, όπως η διαδερμική, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει πλεονεκτήματα σε σχέση με τις υπάρχουσες οδούς χορήγησης.

Η μελέτη του Aldawod et al. (2025), παρουσιάζει την ανάπτυξη και την προκλινική δοκιμή ενός προφαρμάκου ναλοξόνης για εκτεταμένη προστασία από την υπερβολική δόση οπιοειδών, με δυνατότητα εκτεταμένης απελευθέρωσης ναλοξόνης.

Συγκριτική αποτελεσματικότητα

Η συγκριτική αποτελεσματικότητα της ναλοξόνης σε σχέση με άλλους ανταγωνιστές οπιοειδών, όπως η ναλτρεξόνη και η ναλμεφαίνη, έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας. Η ναλοξόνη, λόγω της ταχείας έναρξης δράσης και του σύντομου χρόνου ημίσειας ζωής, θεωρείται το φάρμακο εκλογής για την επείγουσα αντιμετώπιση της οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών. Η ναλτρεξόνη, από την άλλη πλευρά, έχει μεγαλύτερη διάρκεια δράσης και χρησιμοποιείται κυρίως για τη μακροχρόνια διαχείριση της εξάρτησης από οπιοειδή, βοηθώντας στην πρόληψη της υποτροπής. Η ναλμεφαίνη έχει επίσης μεγαλύτερη διάρκεια δράσης από τη ναλοξόνη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις υπερδοσολογίας, ιδίως όταν απαιτείται παρατεταμένη αναστροφή των επιδράσεων των οπιοειδών. Ωστόσο, η ευρεία διαθεσιμότητα και η εξοικείωση των επαγγελματιών υγείας με τη ναλοξόνη την καθιστούν το πλέον χρησιμοποιούμενο φάρμακο για την αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας.

Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις

Αρκετές συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ναλοξόνης σε διάφορους πληθυσμούς και κλινικά περιβάλλοντα. Αυτές οι ανασκοπήσεις έχουν γενικά επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητα της ναλοξόνης στην αναστροφή της αναπνευστικής καταστολής που προκαλείται από οπιοειδή και στη μείωση της θνησιμότητας από υπερβολική δόση. Έχουν επίσης επισημάνει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τη βέλτιστη δοσολογία και οδό χορήγησης της ναλοξόνης, καθώς και για την εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη χρήση της. Οι μετα-αναλύσεις έχουν επίσης διερευνήσει τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων διανομής ναλοξόνης σε άτομα που διατρέχουν κίνδυνο υπερβολικής δόσης οπιοειδών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτά τα προγράμματα είναι γενικά οικονομικά αποδοτικά.

Τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις και μελλοντικές προοπτικές

Οι τρέχουσες ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώνονται στην ανάπτυξη νέων μορφών χορήγησης της ναλοξόνης, όπως ρινικά σπρέι και αυτοενιέμενα σκευάσματα, με στόχο τη διευκόλυνση της χρήσης της από μη ιατρικό προσωπικό σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Επίσης, διερευνάται η δυνατότητα χρήσης της ναλοξόνης σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της θεραπείας της υπερβολικής δόσης οπιοειδών. Μελλοντικές προοπτικές περιλαμβάνουν την ανάπτυξη προγραμμάτων εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με τη χρήση της ναλοξόνης, καθώς και τη διεύρυνση της πρόσβασης σε αυτό το σωτήριο φάρμακο. Η αντιμετώπιση της κρίσης των οπιοειδών απαιτεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει την πρόληψη, τη θεραπεία της εξάρτησης και τη μείωση της βλάβης, και η ναλοξόνη διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Σχετικά με το θέμα, αξίζει να αναφερθεί η δημοσίευση των Cipriano et al. (2025) στο The Journal of Clinical Pharmacology, η οποία διερευνά τη χρονική πορεία της αναστροφής της αναπνευστικής καταστολής που προκαλείται από φαιντανύλη.

Ιστορία του φαρμάκου

Η ναλοξόνη συντέθηκε για πρώτη φορά το 1960 από τους Jack Fishman και Mozes J. Lewenstein. Η ανακάλυψη έγινε στα πλαίσια ερευνών για την ανάπτυξη ανταγωνιστών οπιοειδών με λιγότερες παρενέργειες από τις υπάρχουσες τότε ουσίες, όπως η ναλορφίνη. Η ναλοξόνη αποδείχθηκε ότι ήταν ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών, χωρίς αγωνιστική δράση, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να αναστρέψει τις επιδράσεις των οπιοειδών χωρίς να προκαλεί τις δικές της ανεπιθύμητες ενέργειες. Η έγκριση της ναλοξόνης από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) το 1971 σηματοδότησε ένα σημαντικό βήμα προόδου στην αντιμετώπιση της υπερβολικής δόσης οπιοειδών. Αρχικά, η χρήση της περιοριζόταν σε νοσοκομειακό περιβάλλον, αλλά με την πάροδο του χρόνου και την αύξηση της επιδημίας των οπιοειδών, η ναλοξόνη έγινε ευρύτερα διαθέσιμη, ακόμη και σε μη ιατρικό προσωπικό, μέσω προγραμμάτων διανομής και εκπαίδευσης.

Στην Ελλάδα, η υδροχλωρική ναλοξόνη είναι εγκεκριμένη και διατίθεται ως ενέσιμο διάλυμα, κυρίως για χρήση σε νοσοκομειακό περιβάλλον και από υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Η αυξανόμενη ανησυχία για τη χρήση οπιοειδών και τα περιστατικά υπερβολικής δόσης οδήγησε σε προσπάθειες για ευρύτερη διάθεση της ναλοξόνης, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης του κοινού και των επαγγελματιών υγείας σχετικά με τη χρήση της. Η πρόσβαση στη ναλοξόνη στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι ένα θέμα υπό εξέλιξη, με στόχο την καλύτερη αντιμετώπιση των περιστατικών υπερβολικής δόσης και τη μείωση της θνησιμότητας που σχετίζεται με τα οπιοειδή.

Συνοπτικά για την ουσία (φάρμακο Ναλοξόνη)

Η ουσία αυτή είναι ένας ειδικός ανταγωνιστής οπιοειδών, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση της υπερβολικής δόσης οπιοειδών και την αναστροφή της αναπνευστικής καταστολής. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία. Οι συχνές παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, ταχυκαρδία και εφίδρωση, ενώ σε άτομα με εξάρτηση από οπιοειδή μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις ή σε όσους λαμβάνουν καρδιοτοξικά φάρμακα. Η δοσολογία εξατομικεύεται και χορηγείται συνήθως ενδοφλεβίως, ενδομυϊκώς ή υποδορίως. Η χορήγηση σε εγκύους και παιδιά γίνεται μόνο υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.

Βιβλιογραφία

  • Aldawod, H., Patel, A.D., Emara, R., Liang, D., Ho, J.S. et al. (2025). Development and preclinical testing of a naloxone prodrug depot for extended protection against opioid overdose. Nature Communications, 16, 1035. Nature Communications
  • Cipriano, A., Apseloff, G., Kapil, R.P., He, E. et al. (2025). Time Course of Reversal of Fentanyl‐Induced Respiratory Depression in Healthy Subjects by Intramuscular Nalmefene and Intramuscular and Intranasal Naloxone. The Journal of Clinical Pharmacology, 65(2), 179-189. The Journal
  • Fanning, N., Ater, S., & Mello, V. (2025). Placental Pathways: A Case Report on Buprenorphine-Naloxone for Opioid Use Disorder and Placental Pathology. Journal of Clinical Gynecology & Obstetrics, 14(1), 1-4. Journal of
  • Puri, A., Frempong, D., Mishra, D., & Dogra, P. (2021). Microneedle-mediated transdermal delivery of naloxone hydrochloride for treatment of opioid overdose. International Journal of Pharmaceutics, 606, 120862. International Journal
  • Saari, T.I., Strang, J., & Dale, O. (2024). Clinical Pharmacokinetics and Pharmacodynamics of Naloxone. Clinical Pharmacokinetics, 63, 295–316. Clinical Pharmacokinetics

Zeen is a next generation WordPress theme. It’s powerful, beautifully designed and comes with everything you need to engage your visitors and increase conversions.