Τι είναι το MACOREL;
Το MACOREL είναι ένα φαρμακευτικό σκεύασμα που περιέχει ως δραστική ουσία τη νιφεδιπίνη (nifedipine). Η νιφεδιπίνη κυκλοφορεί με πολλές εμπορικές ονομασίες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το MACOREL ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της υπέρτασης και της στηθάγχης.
Η νιφεδιπίνη, η δραστική ουσία του MACOREL, ανήκει στην κατηγορία των ανταγωνιστών ασβεστίου του τύπου 1,4-διυδροπυριδινών. Αυτό σημαίνει ότι αναστέλλει την εισροή ιόντων ασβεστίου στα κύτταρα του μυοκαρδίου και τα λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων. Η χημική δομή της νιφεδιπίνης της επιτρέπει να δρα κυρίως στα κύτταρα του μυοκαρδίου και στα λεία μυϊκά κύτταρα των στεφανιαίων αρτηριών και των περιφερικών αγγείων. Ο μηχανισμός δράσης της συνίσταται στην εκλεκτική παρεμπόδιση των διαύλων ασβεστίου, μειώνοντας έτσι τη συσταλτικότητα των αγγείων και του μυοκαρδίου. Η νιφεδιπίνη ταξινομείται στον κωδικό C08CA05 του συστήματος Ανατομικής/Θεραπευτικής/Χημικής (ATC) ταξινόμησης, υποδηλώνοντας τη δράση της στο καρδιαγγειακό σύστημα ως εκλεκτικός αποκλειστής διαύλων ασβεστίου με κυρίως αγγειακή δράση. Επίσης, εντάσσεται στην κατηγορία 02.06.02.11 του Εθνικού Συνταγολογίου, που αφορά φάρμακα για παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος και ειδικότερα τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Η χορήγηση της νιφεδιπίνης, όπως περιγράφεται σε πρόσφατες μελέτες, μπορεί να έχει σημαντικά οφέλη σε περιπτώσεις πρόωρου τοκετού, αν και η χρήση της σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση (Yin).
Ενδείξεις για το MACOREL
Το MACOREL, λόγω της δραστικής του ουσίας, της νιφεδιπίνης, ενδείκνυται κυρίως για τη θεραπεία καρδιαγγειακών παθήσεων. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται για τη διαχείριση της χρόνιας σταθερής στηθάγχης (αγγίνα), όπου μειώνει τη συχνότητα και την ένταση των επεισοδίων πόνου. Επίσης, ενδείκνυται για τη θεραπεία της υπέρτασης, καθώς δρα ως αγγειοδιασταλτικό, μειώνοντας την περιφερική αγγειακή αντίσταση και, κατά συνέπεια, την αρτηριακή πίεση. Η έρευνα έχει δείξει πως η χορήγηση της νιφεδιπίνης, μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση του πρόωρου τοκετού (Manouchehri et al.). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η νιφεδιπίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη θεραπεία του φαινομένου Raynaud, μιας κατάστασης που προκαλεί σπασμούς στα αγγεία των δακτύλων των χεριών και των ποδιών.
Προφυλάξεις
Η χρήση του MACOREL απαιτεί προσοχή σε ορισμένες περιπτώσεις. Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Επίσης, ασθενείς με υπόταση (χαμηλή αρτηριακή πίεση) ή καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να ξεκινούν τη θεραπεία με χαμηλή δόση και να την αυξάνουν σταδιακά, υπό ιατρική επίβλεψη. Η απότομη διακοπή της νιφεδιπίνης μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της στηθάγχης, γι’ αυτό η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά. Απαιτείται προσοχή στη συγχορήγηση με άλλα φάρμακα που μπορεί να επηρεάσουν την αρτηριακή πίεση ή τον καρδιακό ρυθμό.
Ειδικές προειδοποιήσεις για ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους
- Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της νιφεδιπίνης, ιδιαίτερα στην υπόταση. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με χαμηλότερη δόση και η προσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
- Παιδιά: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί πλήρως. Η χρήση της σε παιδιά θα πρέπει να γίνεται μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
- Έγκυοι: Η χρήση της νιφεδιπίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και μόνο εάν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα υπερτερούν των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της νιφεδιπίνης κατά την εγκυμοσύνη, και ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν πιθανούς κινδύνους.
Παρενέργειες
Το MACOREL, όπως και όλα τα φάρμακα, μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, αν και δεν παρουσιάζονται σε όλους τους ασθενείς. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, εξάψεις, οίδημα (πρήξιμο) στα κάτω άκρα, ζάλη και αίσθημα παλμών. Αυτές οι παρενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές. Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν ναυτία, δυσκοιλιότητα, κόπωση, υπόταση και δερματικά εξανθήματα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί πιο σοβαρές αντιδράσεις, όπως αλλεργικές αντιδράσεις, ηπατική δυσλειτουργία και αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Μελέτες έχουν διερευνήσει τις επιδράσεις της νιφεδιπίνης, συγκρίνοντάς την με άλλες ουσίες (de Souza et al.).
Δοσολογία και Χορήγηση
Η δοσολογία του MACOREL εξατομικεύεται ανάλογα με την πάθηση και τη σοβαρότητά της, καθώς και την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία. Η συνήθης αρχική δόση για τη στηθάγχη και την υπέρταση είναι 10mg τρεις φορές την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, ανάλογα με τις ανάγκες, έως και 60mg τρεις φορές την ημέρα. Για τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης, η συνήθης δόση είναι 30mg ή 60mg μία φορά την ημέρα. Τα δισκία και οι κάψουλες MACOREL πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο νερό, ανεξάρτητα από τα γεύματα.
Τι να κάνω αν παραλείψω μια δόση MACOREL;
Εάν παραλειφθεί μια δόση, θα πρέπει να ληφθεί αμέσως μόλις το θυμηθεί ο ασθενής, εκτός εάν πλησιάζει η ώρα για την επόμενη προγραμματισμένη δόση. Σε αυτή την περίπτωση, η δόση που παραλείφθηκε πρέπει να παραλειφθεί και να συνεχιστεί η κανονική δοσολογία. Δεν πρέπει να λαμβάνεται διπλή δόση για να αναπληρωθεί η δόση που ξεχάστηκε.
Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία με MACOREL μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία (αργό καρδιακό ρυθμό), διαταραχές της συνείδησης, ακόμη και καρδιακή ανακοπή. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, απαιτείται άμεση ιατρική παρέμβαση. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει υποστηρικτικά μέτρα, όπως πλύση στομάχου, χορήγηση ενεργού άνθρακα και, εάν είναι απαραίτητο, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και φαρμάκων για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου
Το MACOREL, λόγω της δραστικής του ουσίας (νιφεδιπίνη), μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα, επηρεάζοντας τη δράση τους ή αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν συγχορηγείται με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, καθώς μπορεί να προκαλέσει υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης. Η συγχορήγηση με β-αποκλειστές (φάρμακα για την καρδιά) μπορεί επίσης να οδηγήσει σε υπόταση και καρδιακή ανεπάρκεια. Η νιφεδιπίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα στο αίμα ορισμένων φαρμάκων, όπως η διγοξίνη (για καρδιακή ανεπάρκεια) και η θεοφυλλίνη (για το άσθμα), αυξάνοντας τον κίνδυνο τοξικότητας. Αντίθετα, ορισμένα φάρμακα, όπως η ριφαμπικίνη (αντιβιοτικό) και η φαινυτοΐνη (αντιεπιληπτικό), μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της νιφεδιπίνης στο αίμα, μειώνοντας την αποτελεσματικότητά της.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-τροφής
Η κατανάλωση γκρέιπφρουτ ή χυμού γκρέιπφρουτ θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με MACOREL. Το γκρέιπφρουτ μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της νιφεδιπίνης στο αίμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η υπόταση. Δεν έχουν αναφερθεί άλλες σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τρόφιμα.
Φύλαξη Φαρμάκου
Το MACOREL πρέπει να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου, μακριά από το φως και την υγρασία. Να φυλάσσεται σε μέρος που δεν το βλέπουν και δεν το φθάνουν τα παιδιά. Μην το χρησιμοποιείτε μετά την ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στη συσκευασία. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην έρευνα για τη χρήση της νιφεδιπίνης, έχουν διαδραματίσει και οι Readhead και οι συνεργάτες της, τονίζοντας πως «χρησιμοποιώντας την απεικόνιση αντίθεσης κηλίδων λέιζερ (LSCI) που αναπτύξαμε πρόσφατα για να απεικονίσουμε τα αιμοφόρα αγγεία και να παρακολουθήσουμε τη ροή του αίματος μη επεμβατικά, δοκιμάζουμε τη χρησιμότητα της αναπτυσσόμενης καρδιάς νεοσσού» (Readhead).
Ανάλυση Δραστικής Ουσίας
Η δραστική ουσία του MACOREL, η νιφεδιπίνη, είναι ένας διυδροπυριδινικός ανταγωνιστής ασβεστίου. Αυτό σημαίνει ότι αναστέλλει εκλεκτικά την είσοδο ιόντων ασβεστίου διαμέσου των διαύλων ασβεστίου τύπου L στις κυτταρικές μεμβράνες των λείων μυϊκών κυττάρων των αγγείων και των μυοκαρδιακών κυττάρων. Η αναστολή αυτή οδηγεί σε μείωση της συγκέντρωσης ασβεστίου στο κυτταρόπλασμα, προκαλώντας χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων (αγγειοδιαστολή) και μείωση της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου. Η νιφεδιπίνη δρα κυρίως στα στεφανιαία αγγεία και στα περιφερικά αγγεία, προκαλώντας αύξηση της ροής του αίματος και μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η φαρμακοκινητική της νιφεδιπίνης χαρακτηρίζεται από ταχεία και σχεδόν πλήρη απορρόφηση μετά από του στόματος χορήγηση, εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ και απέκκριση κυρίως μέσω των ούρων. Όπως επισημαίνουν σε έρευνά τους οι Isenlik et al., η νιφεδιπίνη επιδρά σημαντικά στις ροές Doppler της ομφαλοπλακουντιακής κυκλοφορίας (Isenlik et al.).
Αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα του MACOREL, και γενικότερα της νιφεδιπίνης, στην αντιμετώπιση της υπέρτασης και της στηθάγχης έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες. Η νιφεδιπίνη μειώνει αποτελεσματικά την αρτηριακή πίεση σε υπερτασικούς ασθενείς, τόσο σε μονοθεραπεία όσο και σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα. Στη στηθάγχη, μειώνει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των επεισοδίων πόνου, βελτιώνοντας την ανοχή στην άσκηση. Η ταχεία έναρξη δράσης της νιφεδιπίνης την καθιστά χρήσιμη και στην αντιμετώπιση υπερτασικών κρίσεων, αν και η χρήση της σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω του κινδύνου απότομης πτώσης της αρτηριακής πίεσης.
Πρόσθετες Σημαντικές Πληροφορίες
Η νιφεδιπίνη διατίθεται σε διάφορες φαρμακοτεχνικές μορφές, συμπεριλαμβανομένων των δισκίων άμεσης αποδέσμευσης, των καψουλών βραδείας αποδέσμευσης και των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η επιλογή της κατάλληλης μορφής εξαρτάται από τις ανάγκες του ασθενούς και τη σοβαρότητα της πάθησης.
Ανάπτυξη Ανθεκτικότητας
Δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά προβλήματα ανάπτυξης ανθεκτικότητας στη νιφεδιπίνη κατά τη μακροχρόνια χρήση. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με όλα τα φάρμακα, η αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης μπορεί να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου σε ορισμένους ασθενείς, απαιτώντας προσαρμογή της δοσολογίας ή προσθήκη άλλου φαρμάκου.
Προκλινικές και Κλινικές Μελέτες
Οι προκλινικές μελέτες της νιφεδιπίνης, της δραστικής ουσίας του MACOREL, σε πειραματόζωα έχουν δείξει την ικανότητά της να χαλαρώνει τα λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων και να μειώνει την αρτηριακή πίεση. Επίσης, έχουν επιβεβαιώσει την προστατευτική της δράση στον καρδιακό μυ σε συνθήκες ισχαιμίας. Οι κλινικές μελέτες σε ανθρώπους έχουν επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης στη θεραπεία της υπέρτασης και της στηθάγχης. Τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες έχουν δείξει ότι η νιφεδιπίνη μειώνει σημαντικά την αρτηριακή πίεση σε υπερτασικούς ασθενείς και βελτιώνει την ανοχή στην άσκηση σε ασθενείς με στηθάγχη. Έχουν επίσης διεξαχθεί μελέτες που συγκρίνουν τη νιφεδιπίνη με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα, καταδεικνύοντας παρόμοια ή και ανώτερη αποτελεσματικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις.
Μετεγκριτικές Μελέτες, Φαρμακοεπαγρύπνηση και Φαρμακοκινητικά Χαρακτηριστικά
Μετά την έγκριση και κυκλοφορία του MACOREL, συνεχίζεται η παρακολούθηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητάς του μέσω μετεγκριτικών μελετών και συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης. Αυτά τα συστήματα συλλέγουν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών και αξιολογούν τη σχέση τους με το φάρμακο. Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της νιφεδιπίνης περιλαμβάνουν ταχεία απορρόφηση μετά από του στόματος χορήγηση, με βιοδιαθεσιμότητα που κυμαίνεται από 45% έως 75% ανάλογα με τη φαρμακοτεχνική μορφή. Η νιφεδιπίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 92-98%) και μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ, κυρίως από το κυτόχρωμα P450 3A4. Ο χρόνος ημιζωής της νιφεδιπίνης κυμαίνεται από 2 έως 5 ώρες για τις μορφές άμεσης αποδέσμευσης και είναι μεγαλύτερος για τις μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η απέκκριση γίνεται κυρίως μέσω των ούρων ως ανενεργοί μεταβολίτες.
Συνολικά, η συνεχής παρακολούθηση και οι μελέτες μετά την κυκλοφορία παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης. Η ανάλυση των δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης συμβάλλει στην ανίχνευση σπάνιων ή απρόβλεπτων ανεπιθύμητων ενεργειών. Σχετικά με τη χρήση της νιφεδιπίνης, έχουν γίνει διάφορες έρευνες με σκοπό την πληρέστερη κατανόηση της δράσης της, όπως αυτή των J Yin και συνεργατών, η οποία υπογραμμίζει τη σημασία της επιλογής μεταξύ νιφεδιπίνης και αμλοδιπίνης στην υπέρταση κατά τη διάρκεια της κύησης (Yin).
Συγκριτική Αποτελεσματικότητα
Η συγκριτική αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης, του δραστικού συστατικού του MACOREL, έναντι άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων έχει αξιολογηθεί σε διάφορες μελέτες. Σε σύγκριση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΑΜΕΑ), η νιφεδιπίνη έχει δείξει παρόμοια αποτελεσματικότητα στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, αλλά μπορεί να έχει διαφορετικό προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ΑΜΕΑ μπορεί να προκαλέσουν ξηρό βήχα, ενώ η νιφεδιπίνη μπορεί να προκαλέσει περιφερικό οίδημα. Σε σύγκριση με τους β-αποκλειστές, η νιφεδιπίνη μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική σε ασθενείς με συνοδό στηθάγχη, καθώς έχει αγγειοδιασταλτική δράση στα στεφανιαία αγγεία. Ωστόσο, οι β-αποκλειστές μπορεί να είναι προτιμότεροι σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου. Η επιλογή του κατάλληλου αντιυπερτασικού φαρμάκου εξαρτάται από τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενούς και τις συνυπάρχουσες παθήσεις.
Συστηματικές Ανασκοπήσεις και Μετα-αναλύσεις
Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις έχουν συγκεντρώσει και αναλύσει τα δεδομένα από πολλαπλές κλινικές μελέτες για τη νιφεδιπίνη, παρέχοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειάς της. Αυτές οι αναλύσεις έχουν επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και στη βελτίωση των συμπτωμάτων της στηθάγχης. Ορισμένες μετα-αναλύσεις έχουν επίσης διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της νιφεδιπίνης και του κινδύνου καρδιαγγειακών συμβαμάτων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν πιθανή αύξηση του κινδύνου σε ορισμένους ασθενείς, ενώ άλλες δεν δείχνουν σημαντική διαφορά σε σύγκριση με άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα.
Τρέχουσες Ερευνητικές Κατευθύνσεις και Μελλοντικές Προοπτικές
Οι τρέχουσες ερευνητικές κατευθύνσεις για τη νιφεδιπίνη περιλαμβάνουν τη διερεύνηση της χρήσης της σε νέες ενδείξεις, όπως η πρόληψη της πρόωρης γέννας και η θεραπεία της πνευμονικής υπέρτασης. Επίσης, μελετώνται νέες φαρμακοτεχνικές μορφές νιφεδιπίνης, όπως τα συστήματα ελεγχόμενης αποδέσμευσης, με στόχο τη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών και τη μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι μελλοντικές προοπτικές περιλαμβάνουν την ανάπτυξη πιο εκλεκτικών ανταγωνιστών ασβεστίου, με λιγότερες παρενέργειες και βελτιωμένο θεραπευτικό προφίλ. Επιπλέον, η έρευνα επικεντρώνεται στην εξατομικευμένη θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη τα γενετικά χαρακτηριστικά των ασθενών για την πρόβλεψη της ανταπόκρισης στη νιφεδιπίνη και την επιλογή της βέλτιστης δοσολογίας. Αναφορικά με την τοκολυτική αγωγή, οι Manouchehri et al. σημειώνουν ότι «η χορήγηση νιφεδιπίνης σε συνδυασμό με κιτρική σιλδεναφίλη έναντι της μονοθεραπείας με νιφεδιπίνη, είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων σε γυναίκες με απειλούμενο πρόωρο τοκετό» (Manouchehri et al.).
Ιστορία του Φαρμάκου
Η νιφεδιπίνη, η δραστική ουσία του MACOREL, συντέθηκε για πρώτη φορά το 1967 από τους χημικούς της γερμανικής φαρμακευτικής εταιρείας Bayer. Αρχικά, η έρευνα επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη αγγειοδιασταλτικών ουσιών για τη θεραπεία της στηθάγχης. Η νιφεδιπίνη αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς προκαλούσε εκλεκτική διαστολή των στεφανιαίων αγγείων, αυξάνοντας τη ροή του αίματος στον καρδιακό μυ. Οι πρώτες κλινικές δοκιμές ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, και τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης στη μείωση των επεισοδίων στηθάγχης. Σύντομα, διαπιστώθηκε ότι η νιφεδιπίνη είχε και αντιυπερτασική δράση, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση μέσω της αγγειοδιαστολής των περιφερικών αγγείων. Η νιφεδιπίνη εγκρίθηκε για πρώτη φορά για ιατρική χρήση στη Γερμανία το 1975, και ακολούθησαν εγκρίσεις σε πολλές άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο.
Στην Ελλάδα, η νιφεδιπίνη κυκλοφόρησε ευρέως και χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα για τη θεραπεία της υπέρτασης και της στηθάγχης, αποτελώντας ένα σημαντικό εργαλείο στη φαρέτρα των Ελλήνων ιατρών για την αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών παθήσεων. Η ευρεία χρήση της στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει την αποτελεσματικότητά της και το καλό προφίλ ασφάλειας, καθιστώντας την ένα από τα συχνότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα για τις παθήσεις αυτές στον ελληνικό πληθυσμό. Η νιφεδιπίνη συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης των Ελλήνων ασθενών με υπέρταση και στηθάγχη.
Συνοπτικά για τη νιφεδιπίνη (φάρμακο MACOREL)
Η νιφεδιπίνη, ένας ανταγωνιστής ασβεστίου, χρησιμοποιείται κυρίως για τη διαχείριση της υπέρτασης και της στηθάγχης. Η δράση της έγκειται στην αγγειοδιαστολή, μειώνοντας την περιφερική αγγειακή αντίσταση και τον φόρτο εργασίας της καρδιάς. Αντενδείκνυται σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας στη δραστική ουσία, καρδιογενούς καταπληξίας, σοβαρής αορτικής στένωσης και ασταθούς στηθάγχης. Συνήθεις παρενέργειες περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, οίδημα, αίσθημα παλμών και εξάψεις. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, υπόταση και καρδιακή ανεπάρκεια. Η δοσολογία εξατομικεύεται. Η απότομη διακοπή της θεραπείας μπορεί να επιδεινώσει τη στηθάγχη. Η αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα και το γκρέιπφρουτ χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Μην παίρνετε ποτέ φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε γιατρό. Διαβάζετε πάντα το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην συγκεκριμένη δραστική ουσία και δεν αντικαθιστά τις οδηγίες του γιατρού ή του φαρμακοποιού σας.
Βιβλιογραφία
- de Souza, ATB, ML de Lima Machado, et al. “Magnesium sulfate versus nifedipine for tocolysis: meta-analysis of randomized controlled trials.” Women &…, 2025.
- Isenlik, BS, HB Sayal, BC Kaygun, et al. “A comparison of the effects of nifedipine and indomethacin used in preterm labor tocolytic treatment on feto‐maternal Doppler ultrasonography flow.” Journal of Clinical…, 2025.
- Manouchehri, E, S Makvandi, M Razi, M Sahebari, et al. “Efficient administration of a combination of nifedipine and sildenafil citrate versus only nifedipine on clinical outcomes in women with threatened preterm labor: a….” BMC pediatrics, 2024.
- Readhead, C, S Mahler, Z Dong, Y Sato, C Yang, et al. “Automated non-invasive laser speckle imaging of the chick heart rate and extraembryonic blood vessels and their response to Nifedipine and Amlodipine drugs.” Developmental…, 2025.
- Yin, J, Z Mei, S Shi, P Du, S Qin. “Nifedipine or amlodipine? The choice for hypertension during pregnancy: a systematic review and meta-analysis.” Archives of Gynecology and Obstetrics, 2022.